Και τώρα τι θα γίνουμε χωρίς βαρβάρους;

Και τώρα τι θα γίνουμε χωρίς βαρβάρους;
Διαβάστε επίσης

Αυτό το ερώτημα βασανίζει τα κυβερνητικά στελέχη, μετά την αποδοχή της επιστράτευσης από τους συνδικαλιστές της ΔΕΗ, με τρόπο συντεταγμένο και χωρίς έκτροπα.

Ακολουθώντας το κομμουνιστικό δόγμα του παρελθόντος, η ΓΕΝΟΠ τους έχει «ταράξει στη νομιμότητα», καταρρίπτοντας στην πράξη, το επιχείρημα περί της συντεχνίας που θέτει σε κίνδυνο την ομαλή λειτουργία της οικονομικής και κοινωνικής ζωής της χώρας, για να διαφυλάξει τα κεκτημένα της.

Έτσι η κυβέρνηση, μη έχοντας απέναντι της φωνασκούντες συνδικαλιστές, (πλην ίσως της περίπτωσης του Νίκου Φωτόπουλου ο οποίος πλέον εκπροσωπεί μόνο τον εαυτό του, αφού δεν έθεσε καν υποψηφιότητα για τη διοίκηση της ΓΕΝΟΠ) θα πρέπει να βρει και να παρουσιάσει στέρεα επιχειρήματα, που να δικαιολογούν την επιλογή της να «σπάσει» τη ΔΕΗ στα δυο και να πουλήσει το μικρότερο τμήμα της.

Επιχειρήματα του τύπου, «η ελληνική αγορά είναι κλειστή και πρέπει να υπάρξει ανταγωνισμός», δεν πείθουν, διότι είναι πασίγνωστό ότι υπάρχουν ιδιωτικές μονάδες παραγωγής ρεύματος με καύση φυσικού αερίου. Όσο για τον ανταγωνισμό στο επίπεδο της προμήθειας (λιανική εμπορία ρεύματος), πέραν του ατυχέστατου παραδείγματος της Hellas Power και της Energa που κατέρρευσαν «φεσώνοντας» τη ΔΕΗ, αυτή την ώρα που βρίσκεται σε εξέλιξη η συζήτηση για τη «Μικρή ΔΕΗ», δυο μεγάλες εταιρίες εμπορίας ρεύματος διαφημίζουν τις προσφορές τους απευθυνόμενες στο σύνολο των καταναλωτών.

Βεβαίως, στο σημείο αυτό θα μπορούσε να πει κάποιος, πως οι ιδιώτες δεν μπορούν να διαμορφώσουν ελκυστικά πακέτα, αφού δεν διαθέτουν φθηνή λιγνιτική και υδροηλεκτρική παραγωγή.

Πράγματι, είναι έτσι ακριβώς. Όμως, τι είναι αυτό που κάνει τα κυβερνητικά στελέχη να πιστεύουν ότι ιδιώτες επενδυτές (Έλληνες ή ξένοι) θα θελήσουν να αγοράσουν τη «Μικρή ΔΕΗ» αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να μην απολύσουν για κανένα λόγο και για πέντε χρόνια το σύνολο του προσωπικού που θα περιλαμβάνει το πακέτο;

Ή ότι θα αγοράσουν τη λιγνιτική μονάδα του Αμυνταίου, η οποία για να συνεχίσει να λειτουργεί μετά το 2020 θα πρέπει να εκσυγχρονιστεί με επενδύσεις της τάξης των 100 εκ ευρώ;

Ή ότι θα αγοράσουν την άδεια της Μελίτης 2 και αμέσως θα χτίσουν μια νέα λιγνιτική μονάδα με κόστος άνω του 1 δις ευρώ;

Άλλωστε, ακριβώς για να δοθεί η δυνατότητα πρόσβασης των ιδιωτών στη φθηνή λιγνιτική και υδροηλεκτρική παραγωγή, θα εφαρμοστούν από το Σεπτέμβρη οι περίφημες δημοπρασίες τύπου ΝΟΜΕ; Πρόκειται για το μοντέλο που ακολούθησε η Γαλλία για να απελευθερώσει την αγορά της και να περιορίσει το μονοπώλιο της EdF με την έγκριση της ΕΕ και για χρονική περίοδο τουλάχιστον έως το 2025.

Σε όλα αυτά τα ερωτήματα δεν απαντάει η κυβερνητική επιχειρηματολογία που αναπτύσσεται από πρόσωπα τα δεν γνωρίζουν -και δικαιολογημένα- ένα θέμα εξαιρετικά περίπλοκο και δύσκολο ακόμη και στην κατανόηση του.

Έτσι ο δημόσιος διάλογος περιορίζεται σε κοινοτυπίες για το «κακό κράτος» και την «καλή ιδιωτική πρωτοβουλία», στη «φτωχή ΔΕΗ» και τους «πλούσιους ιδιώτες επενδυτές», τους «κακούς συνδικαλιστές» και την «αποφασισμένη κυβέρνηση».

Όπως είπαμε όμως από την αρχή, δεν υπάρχουν πλέον βάρβαροι και θα γι΄ αυτό θα πρέπει να δοθούν πειστικές απαντήσεις και μακρόπνοες λύσεις.

Η ΔΕΗ δεν είναι ΕΡΤ και το μαύρο δεν θα καλύψει μόνο τις οθόνες των τηλεοράσεων.

Παλαιότερα άρθρα: