500 εκ. για πολεμικά αεροπλάνα: Σπατάλη ή αναγκαίο έξοδο;

p-3-usn
Διαβάστε επίσης

Γράφει ο Γιάννης Νικήτας

Τις τελευταίες ημέρες με αφορμή το δημοσίευμα της εφημερίδας το «ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ» έχουν προκύψει διάφορα ερωτήματα σχετικά με την συγκεκριμένη σύμβαση καθώς και τη γενικότερα χρησιμότητα αυτών των αεροσκαφών. Στις παρακάτω γραμμές επιχειρούμε να αποδώσουμε μια τεχνοκρατική εικόνα αναφορικά με το συγκεκριμένο ζήτημα.

Χρειάζονται τα αεροσκάφη ναυτικής συνεργασίας; 

Ναι τα συγκεκριμένα αεροσκάφη χρειάζονται πλην όμως τη δεδομένη χρονική στιγμή που οι οικονομικοί πόροι είναι ελάχιστοι υπάρχουν άλλες πιεστικότερες ανάγκες. Αυτές είναι: η προμήθεια σύγχρονων τορπιλών για τα υποβρύχια «214″ του Π.Ν ώστε να αξιοποιούν στο έπακρο τις δυνατότητες τους, η προμήθεια περισσοτέρων βλημάτων των 120 χλστ αφού τα υφιστάμενα επαρκούν για ολιγοήμερες επιχειρήσεις.

Πως μπορεί να καλυφθεί το κενό σε αεροσκάφη ναυτικής συνεργασίας;

Το κενό σε αεροσκάφη ναυτικής συνεργασίας μπορεί να καλυφθεί εν μέρει από την συνεργασία και την διακλαδικότητα μεταξύ Λιμενικού Σώματος και Πολεμικού Ναυτικού. Συγκεκριμένα, Υπηρεσία Εναερίων Μέσων μπορεί να διαθέσει αεροσκάφη ναυτικής επιτήρησης F406 Vigilante ώστε να εκτελέσουν ολιγόωρες αποστολές ναυτικής επιτήρησης και περιπολίας. Σίγουρα, δεν είναι η ιδανικότερη επιλογή αφού τα F406 Vigilante δεν μπορούν να πετούν για πολλές ώρες ενώ αδυνατούν λόγω εξοπλισμού να εκτελούν ανθυποβρυχιακές αποστολές. Τα F406 Vigilante τα οποία είναι 3 στον αριθμό μπορούν να επιχειρούν από Κρήτη και Ρόδο ώστε να καλύπτουν την Ανατολική Μεσόγειο ως έναν βαθμό. Επιπλέον, το Λιμενικό Σώμα μπορεί να προβεί στην απόκτηση περισσότερων αεροσκαφών αυτού ή παρόμοιου τύπου με χρήματα από το Ταμείο Εξωτερικών Συνόρων ώστε να καλυφθούν τα κενά στον τομέα της επιτήρησης. Συν τις άλλοις συμπληρωτματικά μπορούν να διατεθούν δύο μονοκινητήρια αεροπλάνα CESSNA RG 172 ή τα δύο μονοκινητήρια SOCATA TB-20. Επαναλβμάνουμε πως δεν είναι η βέλτιστη επιλογή αλλά σε χαλεπούς οικονομικούς καιρούς είναι μια σχετικά ικανοποιητική λύση.

Υπάρχουν άλλες εναλλακτικές; 

Οι άλλες λύσεις είναι περιορισμένες. Παλαιότερα λόγος έγινε η εναλλακτική πρόταση προμήθειας αεροσακφών ναυτικής συνεργασίας P-3 από το ναυτικό της Αυστραλίας. Παρόλα αυτά εξετάστηκε από την ηγεσία του ΠΝ και απορρίφθηκε ως ασύμφορη. Δεν υπάρχουν Αυστραλιανά αεροσκάφη αυτή τη στιγμή προς διάθεση. Κι αυτά που κάποια στιγμή θα υπάρξουν είναι πολύ παλιά και σε χειρότερη κατάσταση από τα δικά μας P-3B. Tα AP-3C Orion της Αυστραλλίας συνεχίζουν τα πετούν κανονικά υπηρετώντας σε τρεις διαφορετικές μοίρες. Η Αυστραλία αναμένται να αποσύρει τα συγκεκριμένα αεροσκάφη το 2019 αφού οι απαιτήσεις της θα καλυφθούν από τα Boeing P-8 Poseidons και τα Μη Επανδρωμένα Αεροσκάφη MQ-4C Triton. Συνεπώς, αν υπάρξει κάποιο AP-3C Orion θα είναι μετά το 2019. Μια άλλη εναλλακτική είναι η προμήθεια μεταχειρισμένων αεροσκαφών P-3C από τις ΗΠΑ ή από άλλη χώρα τα οποία θα κριθούν ως ετοιμοπαράδοτα, με χαμηλό κόστος και δίχως να χρειάζονται επιπλέον χρήματα για προσθήκη νεότερου εξοπλισμού αποστολής ή δομικής ανακατασκευής. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν διαθέσιμα P-3C στην 309η Aerospace Maintenance and Regeneration Group στην Αριζόνα.

Ποια η χρησιμότητα αυτών των αεροσκαφών σε περίοδο επιχειρήσεων; 

Είναι γεγονός πως η επιβιωσιμότητα των ΑΦΝΣ (και ειδικότερα αυτών της κατηγορίας του P-3) σε ένα περιβάλλον πολλών απειλών όπως αυτό του Αιγαίου να είναι εξαιρετικά μικρή. Γι’ αυτό και είναι χρησιμότερα για τον καιρό της ειρήνης διότι δεν απειλούνται. Συνεπώς, σε περίοδο επιχειρήσεων λίγα μπορούν να προσφέρουν.

Ποιος ο εξοπλισμός που θα φέρουν τα ΑΦΝΣ; 

Τα συγκεκριμένα αεροσκάφη θα μπορούν να εκτελούν τις παρακάτω αποστολές:

  1. Ναυτική Περιπολία (MP)
  2. Ανθυποβρυχιακός Πόλεμος (ASW)
  3. Πόλεμος κατά Στόχων Επιφανείας (ASuW)
  4. Αποστολές συλλογής Πληροφοριών, Επιτήρησης και Αναγνώρισης (ISR)

Τα αναβαθμισμένα αεροσκάφη θα φέρουν ολοκληρωμένο σύστημα αποστολής Mission Integration & Management System (MIMS) της εταιρείας ISI Ηellas. Εκτιμάμαι ότι θα τοποθετηθεί νέο ραντάρ έρευνας επιφανείας. Δεν έχει διευκρινιστεί ακόμα εάν θα αντικατασταθεί ο ακουστικός επεξεργαστής που υπάρχει σήμερα στα αεροσκάφη καθώς και ο ανιχνευτής μαγνητικών ανωμαλιών ώστε να υπάρχουν ικανοποιητικές ικανότητες εντοπισμού υποβρυχίων. Να σημειωθεί πως κρίνεται αναγκαίο τα αεροσκάφη να αποκτήσουν ολοκληρωμένο σύστημα αυτοπροστασίας Επίσης, μπορούν να δημιουργηθούν οι δυνατότητες σε αυτά για να φέρουν ακόμα και πυραύλους αέρος –επιφανείς αλλά και να ποντίζουν στη θάλασσα νέου τύπου ναρκών. Ο οπλισμός που μπορεί να μεταφερθεί από αυτά προσεγγίζει τους 10 τόνους, με συνηθισμένα οπλικά φορτία την ανθυποβρυχιακή τορπίλη Mk 46 Mod.5 και τη νάρκη Mk 55.

Είναι ορθολογική η συγκεκριμένη επιλογή αναβάθμισης κόστους 500 εκατ. δολλαρίων; 

H επιλογή δεν είναι ορθολογική διότι η σχέση κόστους οφέλους είναι αρνητική. Και εξηγούμαστε: Το πρόγραμμα που θα διαρκέσει επτά χρόνια αφορά τον εκσυγχρονισμό, τη συντήρηση και εν συνεχεία την υποστήριξη πέντε εκ των έξι αεροσκαφών τύπου P-3Β Orion, τα οποία αποκτήθηκαν δωρεάν από τις ΗΠΑ την περίοδο 1991-1992 και είναι σήμερα ηλικίας 35 ετών, σε μια προσπάθεια να επιμηκυνθεί ο χρόνος ζωής τους για ακόμη 15.000 ώρες πτήσεων. Τα συγκεκριμένα αεροσκάφη βρίσκονταν σε υπηρεσία στο Πολεμικό Ναυτικό μέχρι το 2009, οπότε το Ανώτατο Ναυτικό Συμβούλιo αποφάσισε ότι ο εκσυγχρονισμός τους είναι οικονομικά ασύμφορος και προχώρησε στην απόσυρσή τους. Με απλά λόγια στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας θεωρούσαν τα αεροσκάφη αυτά υπέργηρα και τα παρόπλισαν εκτιμώντας ότι η αναβάθμισή τους δεν είχε νόημα.

Ποια τα οφέλη της συγκεκριμένης επιλογής σε βιομηχανικό, στρατιωτικό και πολιτικό επίπεδο;

Ο εκσυγχρονισμός των αεροσκαφών θα γίνει από την Lockheed Martin στην Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία (ΕΑΒ) και άλλες ελληνικές εταιρείες ως υποκατασκευαστές κρίσιμων συστημάτων που θα ενσωματωθούν στα παλιά αεροσκάφη. Με την ανάθεση της δουλειάς στην ΕΑΒ εξασφαλίζεται εργασία για επτά χρόνια. Εκτός από τα βιομηχανικά οφέλη εκτιμάται ότι οι Αμερικανοί παίρνουν αυτό το πρόγραμμα ως αντάλλαγμα για την στήριξη της χώρας στις διαπραγματεύσεις μεταξύ Ελλάδας- Γερμανίας αναφορικά με τα τρέχοντα οικονομικά ζητήματα. Σε στρατιωτικό επίπεδο θα αυξηθούν οι (ήδη καλές) δυνατότητες επιτήρησης του Αιγαίου και κυρίως της Ανατολικής Μεσογείου σε επίπεδο παρατήρησης και ναυτικής περιπολίας. Να σημειωθεί πως η Τουρκία εξαιτίας της πληθώρας Αεροσκαφών Ναυτικής Συνεργασίας που διαθέτει καλύπτει κρίσιμες θαλάσσιες εκτάσεις εθνικών συμφερόντων ενώ την ίδια ώρα έχει τη δυνατότητα να εκτελεί ταυτοχρόνως και νατοϊκές αποστολές. Επιπροσθέτως, αυξάνονται οι ικανότητες ανθυποβρυχιακών επιχειρήσεων σε μια περίοδο όπου η Τουρκία επενδύει στο Πολεμικό Ναυτικό και ιδίως στα υποβρύχια.

Ποια τα μειονεκτήματα της συγκεκριμένης επιλογής;         

  1. Η σπατάλη πόρων σε γερασμένα αεροσκάφη. Με άλλα λόγια, αναβαθμίζουμε ένα οπλικό σύστημα το οποίο είναι μεγάλης ηλικίας για να επιχειρεί εν καιρώ ειρήνης κυρίως και να καλύπτει ήδη καλυπτόμενες ανάγκες τη στιγμή που υπάρχουν άλλες πιο κρίσιμες ελλείψεις.
  2. Η μη διενέργεια ανοικτού διεθνούς διαγωνισμού δημιουργεί ερωτήματα σχετικά με τη διαφάνεια του διαγωνισμού.
  3. Δεν έχουν διευκρινιστεί ακόμα οι τεχνικές λεπτομέρειες της σύμβασης κι αυτό το λέμε γιατί υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις πως τα αεροσκάφη θα φέρουν το παρωχημένο σύστημα εντοπισμού υποβρυχίων και όχι κάτι νεότερο. Ως εκ τούτου θα χρησιμοποιούνται μόνον για επιτήρηση θαλασσίων εκτάσεων της Ανατολικής Μεσογείου, όταν το συγκεκριμένο έργο μπορεί να αναληφθεί από το Λιμενικό Σώμα- Ελληνική Ακτοφυλακή με χρήματα από Ευρωπαϊκούς πόρους. Για παράδειγμα το Λιμενικό Σώμα μπορεί κάλλιστα να αξιοποιήσει τα κονδύλια από το Ταμείο Εξωτερικών Συνόρων ώστε να προμηθευτεί Μη Επανδρωμένα Αεροσκάφη με σαφώς χαμηλότερο κόστος και πολλαπλά οφέλη.

Εν κατακλείδι θέλουμε να επισημάνουμε πως οποιαδήποτε επιλογή για αγορά, αναβάθμιση ή εκσυγχρονισμό οπλικού συστήματος πρέπει να γίνεται με ιδιαίτερα ενδελεχή έρευνα και πάντα μέσα από οικονομοτεχνικές μελέτες και διεθνείς διαγωνισμούς όπου θα περιλαμβάνονται όλα τα κόστη της ενδεχόμενης επιλογής με βασικό γνώμονα τη σχέση κόστους και οφέλους. Εκτίμηση μας είναι πως η σύμβαση των 500 εκατ. δολαρίων για τα ΑΦΝΣ περισσότερο πολιτικά/ διπλωματικά και βιομηχανικά οφέλη έχει παρά στρατιωτικά και καθαρά επιχειρησιακά. Σε κάθε περίπτωση καμία επιλογή δεν είναι η τέλεια και όλες εμπεριέχουν πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα. Το ζήτημα όμως είναι να επιλέγουμε αυτή με τα λιγότερα μειονεκτήματα και τα περισσότερα πλεονεκτήματα. Ταπεινή μας άποψη είναι πως ασφαλώς και οι Ένοπλες Δυνάμεις και ειδικότερα το Πολεμικό Ναυτικό χρειάζονται αεροσκάφη ναυτικής συνεργασίας αλλά ο τρόπος και το συγκεκριμένο πρόγραμμα  εγείρουν πολλά ερωτηματικά.

Παλαιότερα άρθρα: