Από τους θεωρητικούς της έννομης τάξης στους ηθικιστές της δικαιοσύνης…

dikastes
Διαβάστε επίσης

Γράφει ο Δημήτρης Α. Γιαννακόπουλος

Δεν μου αρέσει η μπάλα στην εξέδρα! Με τη μπάλα παίζουμε στο γήπεδο με συγκεκριμένους κανόνες, τους οποίους εξετάζουμε ως δομές, ως ρυθμιστές σχέσεων, με άλλα λόγια. Η εξέταση αυτών των κανόνων πραγματοποιείται πρακτικώς δια της ερμηνείας τους. Ερμηνεύουμε για να κατανοήσουμε όχι απλώς τη μορφή του παιχνιδιού, αλλά (κυρίως) τον εαυτό μας ως παράγοντα, φορέα εξουσίας (power). To ερμηνευτικό μέσο είναι ασφαλώς ο λόγος – το διαλογικό στοιχείο δηλαδή, το οποίο δεν μπορείς να μελετάς αφηρημένα και έξω από την υλική πραγματικότητα και τις πολιτικές σχέσεις που την ορίζουν. Δεν μπορείς να μιλάς διαμορφώνοντας έναν ερμηνευτικό κώδικα, αγνοώντας την ίδια στιγμή την αρχαιολογία και γενεαλογία της γνώσης που τον ορίζει ως τέτοιον.

Δεν μου αρέσει η ηθικολογία στην πολιτική, αλλά ούτε στη λειτουργία της δικαιοσύνης. Η ηθικολογία βλάπτει σοβαρά την ηθική και άρα τη συγκρότηση ενός ώριμου και συνεκτικού νοηματικώς γνωστικού μοντέλου.

Υποστήριξα τον έλληνα δικαστή κατά την προστριβή του με τη κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, επειδή μέσα από αυτήν είναι μεγάλη ευκαιρία να ωριμάσουν παράλληλα το πολιτικό και δικαιικό σύστημα της Ελλάδας. Αν υποστήριζα τη κυβέρνηση θα υπονόμευα και τα δύο: Θα υπονόμευα ταυτόχρονα και το «είρειν» (το λέγειν – Λόγος) και το «µήδοµαι» (µεριµνώ), δηλαδή την υγιή (απροκατάληπτη) διαδικασία σχηματισμού του γνωστικού μοντέλου του σύγχρονου έλληνα, το οποίο δομείται στην ουσία στον κοινό τόπο του νόμου και της ερμηνείας του, που σε κάθε περίπτωση είναι μια πολιτική διαδικασία – πολιτική και όχι μικροπολιτική ή κομματική, ασφαλώς!

Εγώ, λοιπόν, υποστήριξα και υποστηρίζω σε αυτή την αντιπαράθεση τον δικαστή για να συμβάλλω προς την αναγκαία αποσαφήνιση της καταστατικής αρχής που ορίζει τις δικαστικές αποφάσεις, πάντα σε προ-ερμηνευτική συνάφεια με τον ίδιο το νόμο και τις πολιτικές σχέσεις που τον θεσμοθετούν ως κανόνα δικαίου. Εδώ έχει σημασία – και προσδίδεται κοινωνικό νόημα – αν ο δικαστής γνωρίζει ο ίδιος και ανυπόκριτα γνωστοποίει το σύστημα που ορίζει την ερμηνευτική του προπαρασκευή: εάν έχει ως βάση, δηλαδή, την ατοµιστική αρχή, ή την ολοκληρωτική (στατιστική) αρχή, ή την αρχή του κοινωνικού ανθρωπισµού.

Και δεν αρκεί αυτό. Η επιστημονική διεργασία, µε την οποία διακριβώνεται το αληθινό περιεχόμενο του νόμου, έτσι ώστε να παραχθεί μία συγκυριακή αλήθεια μέσω της δικαστικής αποφάσεως, είναι ένα πολύπλοκο ερμηνευτικό εγχείρημα το οποίο δεν μπορεί να αγνοεί τη μορφή της δομής του δικαιικού συστήματος (the structure of the legal system) και με παρρησία να αναφέρεται σε αυτό.

Με μια κουβέντα, θα περίμενα από τα συλλογικά όργανα των δικαστών να ακούσω εάν ερμηνεύουν βασισμένοι πάνω στο πυραμιδικό σύστημα ιεραρχημένων κανόνων δικαίου του Kelsen, ή υιοθετούν τον λεγόμενο «legal realism», ο οποίος ουσιαστικά αντικαθιστά τους νομικούς κανόνες με τις αποφάσεις των δικαστηρίων και την πρόβλεψη που βασίζεται σε αυτές. Ή μήπως ερμηνεύουν στη βάση μιας αντίληψης περί κυκλικής δομής δικαίου (circular structure of law) όπου η ιεράρχηση των κανόνων δικαίου δεν είναι μία απλή και εύλογη διαδικασία, αλλά μία μάλλον μπερδεμένη κατάσταση που εξαρτάται από τις κυβερνητικές ιεραρχήσεις, ούτε είναι μία καθαρά γραμμική διαδικασία, αλλά μία μάλλον μερικώς ανακόλουθη διαδικασία, στο βαθμό που η σύγχρονη διάσταση του δημοσίου συμφέροντος προϋποθέτει μερική τουλάχιστον συνειδητή «άγνοια» της ιστορικής/επιστημονικής εμπειρίας στην εφαρμογή του δικαίου;

Δεν είναι δυνατόν, αγαπητέ αναγνώστη, αυτή ιδιαίτερα την περίοδο οι δικαστές μας να συμβάλλουν στην ωρίμανση του δημοκρατικού φαινομένου στην Ελλάδα, πράγμα που είναι απαραίτητο έτσι ώστε η ελληνική κοινωνία και οικονομία να βγουν από το τέλμα στο οποίο είναι εγκλωβισμένες, εάν οι ίδιοι δεν ξεκαθαρίσουν όλα αυτά που αναφέρω με ειλικρίνεια και επιστημονική εντιμότητα. Αυτό θα αποτελούσε μία σαφή ηθική στάση.

Αντίθετα, με μεγάλη μου λύπη διαβάζω από την ανακοίνωση του Δ.Σ της Ένωσης Δικαστικών Λειτουργών του Ελεγκτικού Συνεδρίου πως: « Α) Υπενθυμίζει ότι το μέγιστο προαπαιτούμενο του πολιτισμού είναι η Δικαιοσύνη (Σ. Φρόιντ), που αποτελεί και το πρώτο καθήκον της Πολιτείας (Αλεξάντερ Χάμιλτον). Αν απουσιάζει η δικαιοσύνη, η πολιτική εξουσία δεν είναι παρά μια οργανωμένη ληστεία (Αυγουστίνος) και η δύναμή της χωρίς Δικαιοσύνη δεν είναι τίποτε άλλο παρά τυραννία (Πασκάλ). Β) Επισημαίνει, αναφορικά με τις απαξιωτικές για τη Δικαιοσύνη πρόσφατες δηλώσεις πολιτικών παραγόντων, ότι η πολιτική πράξη οφείλει να είναι γόνος αρετής (Πλάτων) και ότι οι δίκαιοι δεν οργίζονται (Ευριπίδης)…»!

Είναι σοβαρός Λόγος αυτός; Είναι δικαιική discourse αυτό; Όχι έτσι! Δεν είναι δυνατόν κόντρα στον ηθικισμό και τον λαϊκισμό του πολιτικού συστήματος να αναπτυχθεί ένας ηθικισμός και λαϊκισμός με την μορφή ενός ασυνάρτητου μείγματος ψευδοδογματικού χαρακτήρα – και όχι ασφαλώς επιστημονικού – από τους έλληνες δικαστές!

Τα γράφω μήπως και βοηθήσω στην ανασυγκρότηση του δικαιικού λόγου που είναι σήμερα απαραίτητη προϋπόθεση για την πολιτική και κοινωνική ανασυγκρότηση της Ελλάδας. Είναι, ίσως, παράδοξο, αλλά σε κάποιες ευρωπαϊκές χώρες κατά το παρελθόν ήταν οι δικαστές που σήκωσαν στην πλάτη μία καταρρέουσα πολιτεία και κοινωνία. Και αυτό απαιτεί πάνω από όλα σοβαρότητα και εντιμότητα πάνω στην ιδεολογική, σε κάθε περίπτωση, προσέγγιση της έννομης τάξης και όχι ασκήσεις σοβαροφάνειας που μπερδεύουν τον Φρόιντ και τον Πασκάλ με τον Αυγουστίνο και τον Ευριπίδη! Τουλάχιστον αν προσθέτατε και λίγο από Φουκώ από το «Power/Knowledge», μπορεί να έδενε η «μαγιονέζα»…

Παλαιότερα άρθρα: