Διδάσκεται ο αντιφασισμός;

antifacists
Διαβάστε επίσης

Της Βασιλικής Κατριβάνου*

Ανήμερα της 28ης Οκτωβρίου, μοιάζει μάλλον αυτονόητο να μιλήσει κανείς για τον φασισμό και τον αντιφασισμό, τότε και σήμερα -ειδικά την τελευταία τριετία, με την επέλαση της Χρυσής Αυγής. Σε τούτο εύκολα θα συμφωνήσουμε όλες και όλοι όσοι διαβάζουμε αυτή την εφημερίδα. Τι σημαίνει όμως αντιφασισμός σήμερα; Αυτό πιστεύω ότι χρειάζεται και αξίζει να το συζητήσουμε. Θα προσπαθήσω να αναπτύξω μερικές σκέψεις -χωρίς να εξαντλώ, βέβαια, το θέμα- εστιαζόμενη σε ένα εξαιρετικά κρίσιμο πεδίο: το σχολείο. Τι μπορεί λοιπόν να κάνει το σχολείο επ” αυτού;

Πρώτον, χρειαζόμαστε μια κριτική προσέγγιση της ιστορίας του 20ού αιώνα, μελέτη του φασισμού και του ναζισμού, των εγκλημάτων τους. Προσέγγιση κριτική και ζωντανή, καθώς ο διδακτισμός ποτέ δεν ωφέλησε, και ειδικά στην αντιμετώπιση μιας οργάνωσης που εμφανίζεται ως «αντισυστημική», όπως η Χρυσή Αυγή. Και πρέπει να πω εδώ ότι έχει γίνει πολλή και καλή δουλειά, από δασκάλους και καθηγητές της Αριστεράς, σε αυτή την κατεύθυνση, καθώς και για τη δημιουργία δικτύου αντιφασιστικής εκπαίδευσης στα σχολεία.

Δεύτερον, χρειαζόμαστε μια προσέγγιση που ξεκινάει από το σήμερα και όχι από το χθες. Παραθέτω τα λόγια ενός από τους κατεξοχήν ειδικούς στη μελέτη του ναζισμού και της διδασκαλίας του στα σχολεία, του Γιάννη Θανασέκου, πρώην διευθυντή του Ιδρύματος Άουσβιτς στις Βρυξέλλες: «Η ευαισθητοποίηση του νέου πρέπει να ξεκινήσει από τη δική του σχέση ή σύγκρουση με το παρόν. Παλιότερα, ακολουθούσαμε την αντίστροφη διαδικασία: Ξεκινάγαμε λ.χ. από το Άουσβιτς, αλλά τα παιδιά πολλές φορές το αισθάνονταν σαν κάτι ξένο, που δεν τα αφορούσε, πολύ μακρινό κ.ο.κ. Η συζήτηση με αφετηρία το σήμερα ανοίγει ορίζοντες. Καταλαβαίνουμε τους προγενέστερους ξεκινώντας από τις δικές μας ανησυχίες, απορίες, αγωνίες. Το παρόν μας στέλνει στο παρελθόν, όχι το αντίστροφο» (συνέντευξή του στον Μάνο Αυγερίδη, «Ενθέματα» Αυγής, 30.6.2013).

Τρίτον -και εδώ ανοιγόμαστε σε ευρύτερους ορίζοντες- το σχολείο μπορεί να διαμορφώσει διαφορετικές συνειδήσεις, καθώς και καθημερινές πρακτικές και σχέσεις ανάμεσα στους συμμαθητές. Έτσι, πρέπει να συμπεριλαμβάνει εκπαίδευση σε θέματα διαφορετικότητας, ρατσισμού, ομοφοβίας και τρανσοφοβίας, έμπρακτη υποστήριξη των παιδιών με ειδικές ανάγκες, ευαισθητοποίηση στην επικοινωνία, την ομαδική λειτουργία και την επίλυση συγκρούσεων. Αυτή η δουλειά, βέβαια, δεν πρέπει να γίνεται με λογύδρια, αλλά με τρόπο βιωματικό, συμμετοχικό και δημιουργικό: να μαθαίνει κανείς να μπαίνει στη θέση του άλλου, να κατανοεί και να νιώθει τα συναισθήματα και τις βαθύτερες ανάγκες του εαυτού του και του άλλου. Το σχολείο αποτελεί χώρο προνομιακό για μια τέτοια δουλειά, λόγω της καθημερινής συνύπαρξης και συνεργασίας με άτομα από διαφορετικές ομάδες και λόγω των πολλών αντιφάσεων που έχει αυτή η συνύπαρξη. Για παράδειγμα, τα παιδιά σε μια τάξη μπορεί να λένε (όπως λένε τα κανάλια, ο περίγυρός τους κ.ο.κ.) ότι το πρόβλημα στην Ελλάδα είναι οι μετανάστες, που πρέπει να φύγουν και συγχρόνως να έχουν καλούς φίλους και συμμαθητές μετανάστες, με τους οποίους συνδέονται στην καθημερινότητα τους, τους οποίους «εξαιρούν» από τη γενικότερη κατηγορία. Επίσης, η ανοιχτότητα σε θέματα σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου, η δουλειά πάνω στα στερεότυπα και την ομοφοβία, όχι μόνο μπορεί να προστατέψει τους γκέι και τρανς μαθητές από το bullying, την κατάθλιψη και την περιθωριοποίηση, αλλά δημιουργεί υποδοχές για μια κοινωνία πιο δημοκρατική, με λιγότερο φόβο, βία και αποκλεισμό.

Μοιάζουν όλα αυτά άσχετα με τον αντιφασισμό; Όχι μόνο δεν είναι, αλλά έχουν καθοριστική σημασία για την αντιμετώπιση του φασισμού και του νεοναζισμού. Με τέτοιους τρόπους, οι μαθητές, μέσα από τη σχολική καθημερινότητα, μαθαίνουν έμπρακτα τις αξίες της αλληλεγγύης, της ισότητας, της αποδοχής της διαφορετικότητας. Και όταν η εκπαίδευση στηρίζεται στην ενδυνάμωση των μαθητών, στην αίσθηση αξίας και αυτοπεποίθησης, τη συνεργασία και την αλληλεγγύη, δεν χρειάζεται οι μαθητές να γίνονται μέλη φασιστικών οργανώσεων, να αντλήσουν από τη βία της Χρυσής Αυγής για να αποκτούν αίσθηση δύναμης, ταυτότητας και ανήκειν. Άλλωστε, μια ράμπα για άτομα με ειδικές ανάγκες σε ένα σχολείο μιλάει όσο χίλιες λέξεις για τον σεβασμό της διαφορετικότητας, για μια κοινωνία που θέλει να εντάξει και όχι να αποκλείσει.

*Η Βασιλική Κατριβάνου είναι βουλευτής Β” Αθηνών του ΣΥΡΙΖΑ

Παλαιότερα άρθρα: