Εκλογικός νόμος: το γινάτι της Αριστεράς οδηγεί σε ακυβερνησία

edito_30_6
Διαβάστε επίσης

Γράφει ο Όμηρος Τσάπαλος

Το άνοιγμα του θέματος του εκλογικού νόμου έγινε για άλλη μια φορά με λάθος τρόπο. Άνοιξε όχι ως ζητούμενο μιας ευρύτερης διαβούλευσης μεταξύ κομμάτων, επιστημονικών φορέων και πολιτών για το ποιο εκλογικό σύστημα θέλουμε να υιοθετήσουμε για τα επόμενα 30 χρόνια, αλλά ως ένα χαρτί που βγαίνει από το μανίκι της Κυβέρνησης για να επεκτείνει τον πολιτικό της χρόνο για τρεις-τέσσερις μήνες ακόμα. Έτσι και αυτός γίνεται ένα πολιτικό trend που θα αντικατασταθεί με τη σειρά του από τη συνταγματική αναθεώρηση στο τέλος του επόμενου μήνα…

Καταρχάς, θα διαφωνήσω με όσους λένε ότι «δεν μπορείς να ανοίγεις ζήτημα εκλογικού νόμου σε μια χώρα που μαστίζεται από οικονομική κρίση και απειλείται από τις διεθνείς εξελίξεις». Πρόκειται για επιχείρημα εκτός τόπου και χρόνου. Καλώς ή κακώς το Κράτος έχει συνέχεια, οι πολιτικοί θεσμοί έχουν συνέχεια και οι θεσμοί θα πρέπει να εξελίσσονται και να προσαρμόζονται ασχέτως των οικονομικών ή διεθνών εξελίξεων, για να ανταποκριθούν στις ανάγκες της Κοινωνίας. Άλλωστε μια Κυβέρνηση έχει 15 υπουργούς και άλλους τόσους υφυπουργούς. Αλίμονο αν περίμεναν τον Υπουργό Οικονομικών να λύσει τα οικονομικά προβλήματα της χώρας για να πιάσουν δουλειά… Αλίμονο, αν αφήναμε στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας ζητήματα όπως η αναθεώρηση του Συντάγματος, ο εκλογικός νόμος ή τη συζήτηση για το τι Παιδεία θέλουμε, επειδή δεν σχετίζονται άμεσα (σύμφωνα με το σκεπτικό τους) με την οικονομική κρίση.

Καλώς, επομένως, άνοιξε το ζήτημα του εκλογικού νόμου αλλά άνοιξε, όπως είπα, με λάθος τρόπο και για λάθος σκοπό από την Κυβέρνηση. Αφού λοιπόν δεν προτίμησε να ανοίξει το θέμα με όρους ευρύτερης και εξαντλητικής διαβούλευσης, προτίμησε να αξιοποιήσει το χαρτί με όρους κομματικού συμφέροντος αλλά και ιδεολογικής εμμονής. Για να ικανοποιήσει το γινάτι της Αριστεράς, ο κύριος Τσίπρας και η Κυβέρνηση του είναι έτοιμοι να θυσιάσουν το ισχυρότερο στοιχείο του πολιτικού συστήματος της Μεταπολίτευσης. Την Κυβερνησιμότητα. Η συζήτηση που είχε με τον κ. Κουτσούμπα είναι ενδεικτική ότι ο εκλογικός νόμος θα αλλάξει προς το πλήρως αναλογικό, όχι επειδή αυτό προτάσσει η κοινή λογική ή επειδή είναι απαίτηση της κοινωνίας ή έστω επειδή είναι ανάγκη ανασύστασης του πολιτικού συστήματος, αλλά επειδή «θα πρέπει να αφήσουμε κάτι ως παρακαταθήκη και εμείς οι Αριστεροί». Σαν να είναι τάμα ο εκλογικός νόμος να κάνουμε και από ένα «εμείς οι πιστοί», για να μην προσβάλουμε ή για να εξευμενίσουμε «τα θεία», που στην προκειμένη περίπτωση κρύβονται μέσα σε βιβλία του Μαρξ και του Γκράμσι… Πρόκειται για απόλυτο πολιτικό καιροσκοπισμό που στοχεύει στην εκπλήρωση ενός είδους ιδεολογικού πεπρωμένου…

Ένα γινάτι, λοιπόν, μπορεί να προκαλέσει πλήρη παράλυση του πολιτικού συστήματος, έναν φαύλο κύκλο επαναλαμβανόμενων εκλογών και έναν περαιτέρω κατακερματισμό ενός ούτως ή άλλως κατακερματισμένου πολιτικού μωσαϊκού. Δεν είναι αυτό που έχει ανάγκη ο τόπος και πρωτίστως το πολιτικό σύστημα για να ανακτήσει και πάλι την αξιοπιστία του στα μάτια των Ελλήνων πολιτών. Δεν είναι η απλή αναλογική αυτή που θα εμπνεύσει και πάλι το 50% των Ελλήνων στο να πάει να ασκήσει και πάλι το εκλογικό του δικαίωμα. Μεταρρυθμίσεις υπέρ της άμβλυνσης αδικιών και στρεβλώσεων είναι αυτές που θα βοηθήσουν προς αυτή τη κατεύθυνση.

Ενδεικτικά αναφέρω πως το μπόνους των 50 εδρών στο πρώτο κόμμα είναι όντως όχι μόνο υπερβολικό αλλά και ανακόλουθο της ίδιας της λογικής της ενισχυμένης αναλογικής. Το μπόνους των 50 εδρών θα πρέπει να μειωθεί κατά δέκα έδρες και οι δέκα αυτές έδρες που απομένουν θα πρέπει να προοριστούν στην αντιπροσώπευση των Ελλήνων της ομογένειας αλλά και των Ελλήνων που πρόσφατα μετανάστευσαν για να βρουν δουλειά στο εξωτερικό. Επίσης, ο αριθμός των βουλευτών Επικρατείας θα πρέπει και αυτός να μειωθεί καθώς η λίστα καταστρατηγήθηκε από όλα τα κόμματα ανεξαιρέτως, δείχνοντας πως είμαστε ανίκανοι να επιλέξουμε ανάμεσα σε μια προσωπικότητα εγνωσμένου κύρους και στον πολιτικό μας φίλο ή συνεργάτη για τις «βρώμικες δουλειές». Η κατάτμηση των μεγάλων εκλογικών περιφερειών είναι επίσης πράξη εκδημοκρατισμού του εκλογικού συστήματος και ενίσχυσης της αναλογικότητας της ψήφου. Πρέπει να γίνει. Όπως πρέπει να προχωρήσει και η θεσμοθέτηση της πρόβλεψης να παρέχεται το μπόνους των επιπλέον εδρών όχι μόνο στο πρώτο κόμμα αλλά και σε συμμαχία κομμάτων, εφόσον έχουν προεκλογικά εκφράσει την βούληση τους να συνεργαστούν. Και επιτέλους, ας ανοίξει η συζήτηση και ας συμφωνήσουμε ότι το επόμενο εκλογικό σύστημα που θα υιοθετηθεί από 200 βουλευτές θα είναι μακράς πνοής (τουλάχιστον δεκαετίας) και όχι υπό την αίρεση της επόμενης ή μεθεπόμενης Κυβέρνησης.

Οι πολίτες μπορεί να προσπαθούν να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα των περικοπών και των φόρων, ωστόσο έχουν ανάγκη να ακούσουν και να δουν ένα πολιτικό σύστημα αξιόπιστο και ανανεωμένο. Όχι ένα πολιτικό σύστημα που θα τους ζητά κάθε δυο μήνες την ψήφο τους γιατί απέτυχε να διαχειριστεί την λαϊκή βούληση. Η αποχή σε μια τέτοια περίπτωση θα είναι τόσο μεγάλη που θα καθιστά τόσο το εκλογικό όσο και το πολιτικό μας σύστημα πλήρως απονομιμοποιημένο αλλά εν τέλει και αντιδημοκρατικό. Γιατί το μόνο που δεν θα μπορεί να εκφράσει στο τέλος θα είναι η βούληση της συντριπτικής πλειοψηφίας των Ελλήνων πολιτών.

Παλαιότερα άρθρα: