«Έτσι είναι αφού έτσι νομίζετε κι απόψε αυτοσχεδιάζουμε»

Διαβάστε επίσης

Γράφει ο Γεώργιος Χρ. Μακρής
Δικηγόρος Πειραιώς – LLM University of Kent
Υπ. Διδ. Χρηματοπιστωτικού Δικαίου.

Στην Ελλάδα του 2015 οι απόφοιτοι της κοινωνιολογίας –ακόμη- αγνοούν τον Πόππερ, την «Ανοιχτή Κοινωνία» και τους εχθρούς της. Τούτο το δράμα έξαλλης αγραμματοσύνης και καλπάζοντος οπισθοδρομισμού, ξεκινάει από την ιδεολογική ηγεμονία της αριστεράς στις δομές του ακαδημαϊκού χώρου. Αν και η γαλάζια φοιτητική παράταξη κυριαρχεί στις πανεπιστημιακές εκλογές για δεκαετίες, οι υποτιθέμενοι πλειοψηφικοί συσχετισμοί της ποτέ δεν αποτυπώθηκαν στην κοινωνία. Η ΔΑΠ κέρδισε πολλές φορές τις εκλογές για την ΟΝΝΕΔ αλλά η ΟΝΝΕΔ ποτέ δεν κέρδισε τις εκλογές για την Νέα Δημοκρατία κι αυτό γιατί καμία από τις τρείς οργανώσεις (φοιτητική – νεολαιίστικη – κομματική) δεν κινήθηκε με ιδεολογική εξωστρέφεια. Στον αντίποδα η αριστερά, έστω  μειοψηφική και κατακερματισμένη φαινομενικά, επένδυσε στο δίπτυχο που συνιστά την ουσία της σημερινής  παντοδυναμίας της: στην επιστήμη και στην μεθοδικότητα. Χρησιμοποίησε τα εκπαιδευτικά ιδρύματα ως δοκιμαστικό σωλήνα παραγωγής (στρατευμένων) ακαδημαϊκών, πράγμα που κατόρθωσε στην εντέλεια.  Σε εκείνα τα έδρανα που η ΔΑΠ αμέλησε να προασπίσει, αναπαράγεται και καρπίζει η ίδια προπαγάνδα που διδάχθηκαν και οι προηγούμενοιˑ ο Μάρξ, ο Ένγκελς, η Οκτωβριανή Επανάσταση και οι Σοσιαλιστικές Διεθνείς.

Μετά την πρώτη, στρατηγική ενδεχομένως, «υποχώρηση» στο μάθημα των θρησκευτικών η κ. Αναγνωστοπούλου ύψωσε πάλι το φλάμπουρο της. Δίνοντας το σκαρίφημα της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης που έχει κατά νου, υπερθεμάτισε τις ανθρωπιστικές σπουδές και τις κοινωνικές επιστήμες, όχι βέβαια για την προσφορά τους στον πανανθρώπινο πολιτισμό αλλά μάλλον  ως προμαχώνα του ποινικού δικαίου. Για να εμπεδώσουμε τι ακριβώς εννοούσε, υπέθεσε πως εάν τα ελληνικά σχολεία δίδασκαν περισσότερη κοινωνιολογία η ανθρωποκτονία Φύσσα θα είχε ενδεχομένως αποφευχθεί. Εδώ επεμβαίνει η παράνοια: «έτσι είναι αφού έτσι νομίζετε κι απόψε αυτοσχεδιάζουμε». Βεβαίως, γιατί αν ο δολοφόνος είχε διδαχθεί Γκίντενς και Ντυρκάϊμ το δίχως άλλο δεν θα μαχαίρωνε τον ατυχή τριαντάχρονο. Θα ήξερε πως για οτιδήποτε κίβδηλο και σαθρό ευθύνονται οι ιεραπόστολοι της Σχολής του Σικάγου και πως το μέγα κινούν τους τροχούς της ιστορίας είναι η ταξική πάλη.

Εύλογα με τόσο καθηλωτική τοποθέτηση η υπουργός μας κατατρόπωσε, το μόνο που απομένει είναι να μας απαντήσει τον λόγο που πληρώνουμε ακοινώνητους «μπάτσους» και όχι ανθρωπιστές «επιστήμονες» -όπως τα βλαστάρια του Προέδρου της Βουλής ίσως- για την προάσπιση της δικαιοσύνης. Το ερώτημα είναι αυτονόητα ρητορικό. 4500 χιλιάδες χρόνια ροπής του ανθρώπου στην παραβατικότητα απαντάνε μόνα τους γιατί, αλλά λέμε. Πέρα όμως από τις υπερβολές της «Κυρίας Υπουργού», στον πυρήνα της πρωτοβουλίας της δεν λανθάνει, έστω και ακούσια. Όντως οι ανθρωπιστικές σπουδές πρέπει να ενισχυθούν στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση, αλλά όχι με τον τρόπο που η ίδια φαντάζεται. Η κλασσική παιδεία, τα αρχαία ελληνικά και η επική απόδοση της ιστορίας μαζί με τον διάλογο, την φιλοσοφία και την μαιευτική, αποτελούν την πεμπτουσία των ανθρωπιστικών επιστημών . Θα ήταν άτοπο να προδικάσω πως ο «Τίμαιος» θα συγκρατούσε έστω και δυνητικά την εγκληματική παρόρμηση του Ρουπακιά, αλλά ομονοώ πως θα γλίτωνε αρκετούς ποινικούς παραβάτες από τους κόλπους του εγκληματος. Το μοναδικό πρόβλημα είναι πως για την υπουργό δεν είναι αυτό το διακύβευμα.

Πέρα από το λογικό άλμα -ή καλύτερα την ελεύθερη πτώση- σε άτοπα συμπεράσματα, η πραγματική στόχευση της εισήγησης περί ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών είναι να αγγίξει το μαλακό υπογάστριο της μετανεωτερικότηταςˑ την πολιτική ορθότητα. Αντίθετα με τους νόμους της πολιτείας, που διαχρονικά ορίζουν θετικά ή περιοριστικά την συμπεριφορά –τις υποχρεώσεις, τις απαγορεύσεις και τα δικαιώματα- του ατόμου, η πολιτική ορθότητα φιλοδοξεί να αστυνομεύει την σκέψη του. Λειτουργεί ως παραμορφωτικός φακός περιθωριοποιώντας ανερμάτιστα κάθε τι που δεν χωράει στα μέτρα του, αν και υποπίπτοντας σε αντιφάσεις. Η πιο τρανταχτή αδυναμία της πολιτικής ορθότητας είναι η απροκάλυπτη μονομέρεια της:  η χρήση του «Κυρά-τάδε» έχει σεξιστική χροιά μόνο όταν εκφέρεται προς γυναίκα –ποτέ το αντίστροφο. Ένας ασιάτης που ονομάζει κάποιον «ασπρουλιάρη» δύσκολα θα χαρακτηριστεί ως  «ρατσιστής». Σκεφτείτε να είχε συμβεί το αντίθετοˑ  χάος…  Έτσι, το «κυρά-Τασία» βαφτίζεται αυτομάτως «σεξισμός» ανοίγοντας την καμαρόπορτα για ένα ερεβώδες μέλλον που θυμίζει της προκρούστια κλίνηˑ κάθε σκέψη αντίθετη στο δόγμα της εκάστοτε αυθεντίας  κατηγοριοποιείται -πάντα με αρνητικό πρόσημο- και αποβάλλεται. Όπως εύσχημα άλλωστε το έθεσε ο Αμερικάνος ηθοποιός C. Heston: «η πολιτική ορθότητα είναι τυραννία με χαρούμενο πρόσωπο».

Για τους οπαδούς της πολιτικής ορθότητας δεν έχει σημασία «τι είσαι» αλλά «πως φαίνεσαι». Δεν αποτελεί ζητούμενο αν είσαι απαίδευτος, υπερφίαλος ή απατεώνας, το σημαντικό είναι να μην κρίνεις τον άλλο ως τέτοιο, ακόμη κι όταν έχεις δίκιο. Με λίγα λόγια αυτοσκοπός τους είναι να γίνονται παντού και πάντοτε «ευχάριστοι», τόσο ευχάριστοι που θυμίζουν τζιχαντιστή ζωσμένο με εκρηκτικά και δεν θα διστάσουν να απασφαλίσουν την περόνη. Στο άκουσμα των «λάθος» λέξεων ο μικρός φονταμενταλιστής  που κρύβουν μέσα τους αφυπνίζεται και πυροβολεί χαρακτηρισμούς κατά ριπάς με μισαλλοδοξία που θα έκανε τον Μουλάς Ομάρ να νοιώθει σαν την σειρήνα Παρθενόπη όταν την ξελόγιασε ο Οδυσσέας. Είπες «μαύρος»; Είσαι «ρατσιστής», το (πολιτικά) ορθό είναι «έγχρωμος» ή/και «μελαμψός»ˑ Μίλησες για «λαθρομετανάστες» είσαι μισάνθρωπος «νεοναζιστής», το σωστό θα ήταν να πεις «παράτυποι μετανάστες» ή/και «πολιτικοί/οικονομικοί πρόσφυγες». Βάλτε όποια λέξη επιθυμείτε στη προκρούστια κρεατομηχανή του πολίτικαλ κορρέκτ και δείτε την να κονιορτοποιείται. Ζούμε και επισήμως στην εποχή της ετικέτας, μια πιραντελικής εμπνεύσεως  φαρσοκωμωδία όπου επιβιώνει η αρχή του παραλόγουˑ το «je m’en fous»  στη πράξη: «έτσι είναι αφού έτσι νομίζετε κι απόψε αυτοσχεδιάζουμε». 

Παλαιότερα άρθρα: