H βαριά βιομηχανία της χώρας και η πολυπόθητη ανάπτυξη

anaptuksh_deikths_780325694
Διαβάστε επίσης

Γράφει ο Γιάννης Νικήτας

Το τελευταίο χρονικό διάστημα πολύς λόγος γίνεται αναφορικά με την κατάσταση που βρίσκεται η ελληνική βιομηχανία. Δυστυχώς, η κουβέντα στους πολιτικούς και οικονομικούς κύκλους γίνεται για το χρέος και το δανεισμό της χώρας μας και όχι για τον λόγο χρέους προς ΑΕΠ ή για την ελληνική παραγωγή που βασίζεται στον τριτογενή τομέα ή ακόμα για το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

Το μοντέλο της ελληνικής οικονομίας αναπόσπαστο μέρος της οποίας είναι η βιομηχανική παραγωγή στήθηκε λάθος. Κι αυτό αποδείχθηκε περίτρανα τα τελευταία χρόνια. Η εικόνα που έχει δημιουργηθεί πως η Ελλάδα μπορεί να ζήσει μόνον από τον τριτογενή τομέα δηλαδή τη παροχή υπηρεσιών είναι λάθος. Δυστυχώς, η εγκατάλειψη και η παρακμή του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα οδήγησε την Ελλάδα στην αύξηση των εισαγωγών και αντίστοιχα στη μείωση των εξαγωγών και ως εκ τούτων στο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και συνεπώς στη σμίκρυνση του ΑΕΠ. Η Ελλάδα και ειδικότερα οι Έλληνες πολιτικοί ανεξαιρέτως ιδεολογίας οφείλουν να δώσουν βάση στη βιομηχανία ώστε να βελτιώσουν τη δυνητική θέση της χώρας μας έναντι των ανταγωνιστών.

Η βιομηχανική ανάπτυξη αποτελεί τη βάση της οικονομικής προόδου κάθε χώρας. Χωρίζεται σε βιοτεχνική και βιομηχανική. Η βιομηχανική ανάπτυξη αποτελεί τη βάση της οικονομικής προόδου κάθε χώρας. Χωρίζεται σε βιοτεχνική και βιομηχανική. Η βιοτεχνία απασχολεί λίγα άτομα, διαθέτει λίγες μηχανές, μικρούς χώρους και η παραγωγή είναι περιορισμένη. Αντίθετα, η βιομηχανία, απασχολεί μεγάλο αριθμό προσωπικού, έχει στη διάθεσή της μεγάλες και σύγχρονες μηχανές και παράγει μεγάλες ποσότητες προϊόντων. Η βιομηχανία χωρίζεται σε βαριά και ελαφριά. Βαριά λέγεται η βιομηχανία κατασκευής μηχανών, πολεμοφοδίων, χημικών προϊόντων κα. Η ελαφριά διαιρείται σε δύο κλάδους: στην παραγωγή καταναλωτικών αγαθών καθημερινών αναγκών (τρόφιμα, υφάσματα κλπ) και στην παραγωγή διαρκών καταναλωτικών αγαθών( έπιπλα, ηλεκτρικές συσκευές κλπ) Οι πρώτες βιομηχανίες ιδρύθηκαν στη χώρα μας κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, όμως μετά το 1910 σημειώθηκε μια αξιόλογη ανάπτυξη. Παράγοντες από τους οποίους εξαρτάται η βιομηχανική παραγωγή και ανάπτυξη μιας χώρας:
1. Πρώτες ύλες (αγροτικά προϊόντα, ορυκτά)
2. Ενέργεια (κυρίως από υδροηλεκτρικά και θερμοηλεκτρικά εργοστάσια)
3. Εξειδικευμένο προσωπικό
4. Μεταφορικές υποδομές (λιμάνια, δρόμοι, αεροδρόμια, σιδηρόδρομοι)
5. Τεχνολογία(νέες μηχανές)
6. Δυνατότητα προώθησης των παραγόμενων προϊόντων
7. Κρατική συμβολή

Η βιομηχανική ανάπτυξη μιας χώρας εξαρτάται κυρίως από τους εξής παράγοντες: τις πρώτες ύλες, δηλαδή τα γεωργικά προϊόντα και τα ορυκτά, τα οποία χρειάζονται οι βιομηχανικές μονάδες τους εξειδικευμένους εργαζόμενους, δηλαδή τα άτομα με την απαραίτητη κατάρτιση για να εργαστούν εκεί την ενέργεια, η οποία απαιτείται για τη λειτουργία των μηχανημάτων τη δυνατότητα προώθησης των παραγόμενων προϊόντων , δηλαδή την πρόσβαση στις εγχώριες και διεθνείς αγορές, όπου θα πωληθούν τα προϊόντα τη συμβολή του κράτους, δηλαδή τα θεσμοθετημένα μέτρα που θα στηρίξουν την προώθηση των προϊόντων τις μεταφορικές υποδομές, δηλαδή τα μέσα για τη μεταφορά των πρώτων υλών και των παραγόμενων προϊόντων την τεχνολογία, η οποία βελτιώνει τις τεχνικές κατασκευής και τις μεθόδους παραγωγής κι επομένως παράγονται καλύτερα και περισσότερα προϊόντα.

Ένα από τα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα της Ελλάδας είναι η εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου και ειδικότερα των μεταλλευμάτων. Το 1981, έτος αφετηρία της εισόδου της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα ως δέκατο μέλος, ο Πρόεδρος της ΕΟΚ Γκάστον Τορν δήλωνε ότι: «Η Ελλάδα μπαίνει στην Ευρώπη με 3 πλεονεκτήματα. 1) την Εμπορική Ναυτιλία, 2) τον Ορυκτό της πλούτο και 3) το επιχειρηματικό δαιμόνιο των Ελλήνων». Η Εμπορική μας Ναυτιλία υποβαθμίστηκε με την κατάργηση του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας. Ο ορυκτός πλούτος αγνοήθηκε και το επιχειρηματικό δαιμόνιο των Ελλήνων, που προϋπόθεση είχε για να αναπτυχθεί την ανεμπόδιστο ιδιωτική πρωτοβουλία, αποδυναμώθηκε με το διακηρυχθέν και ακολουθούμενο από το 1981 και μετά δόγμα των κοινωνικοποιήσεων.
Τα μεταλλεύματα ως ορυκτές ύλες είναι φυσικές πλουτοπαραγωγικές πηγές. Ο συμμετοχή μόνο του μεταλλευτικού τομέα στο Α.Ε.Π. είναι κατά μέσο όρο της τελευταίας 10ετίας 1,8%. Αν ληφθεί υπόψη και ο μεταποιητικός τομέας, στον οποίο περιλαμβάνονται οι μεταλλουργίες, καθώς και οι επιχειρήσεις κατεργασίας, τυποποίησης και παραγωγής ενδιάμεσων και τελικών προϊόντων από ορυκτές πρώτες ύλες, υπολογίζεται ότι το παραπάνω ποσοστό συμμετοχής στο Α.Ε.Π. υπερδιπλασιάζεται. Οι εξαγωγές πρωτογενών και επεξεργασμένων υλικών αντιπροσωπεύουν πάνω από το 65% των πωλήσεών του, ενώ παράλληλα εταιρείες του κλάδου κατέχουν ηγετικές θέσεις στην Ευρωπαϊκή αλλά και στην διεθνή αγορά σε προϊόντα όπως βωξίτης, αλουμίνα, αλουμίνιο, νικέλιο, καυστική μαγνησία, μπεντονίτης, περλίτης, ελαφρόπετρα και μάρμαρα. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι η Ελλάδα, σε παγκόσμια κλίμακα, είναι η μοναδική χώρα παραγωγής χουντίτη, πρώτη χώρα παραγωγής περλίτη, δεύτερη χώρα παραγωγής ελαφρόπετρας και μπεντονίτη καθώς και πρώτη στην εξαγωγή μαγνησίτη στην ΕΕ. Η εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου της χώρας εκτός των άλλων συμβάλλει σημαντικά στην περιφερειακή ανάπτυξη, αφού η εξορυκτική βιομηχανία δραστηριοποιείται κυρίως στην περιφέρεια, απασχολεί σημαντικό αριθμό εργαζομένων από τις τοπικές κοινωνίες και αναπτύσσει διάφορες άλλες εργασίες στην περιφέρεια, υποστηρικτικές του παραγωγικού έργου της μεταλλείας. Μόνο στη Μακεδονία και Θράκη λειτουργούν 11 μεταλλεία. Στον τομέα των μεταλλευμάτων απασχολούνται ετήσια περίπου 5.000 άτομα. Η μεταλλευτική βιομηχανία αποτελεί έναν κλάδο άμεσα εξαρτώμενο και επηρεαζόμενο από το διεθνές περιβάλλον. Έτσι, η παγκοσμιοποιημένη δράση των εταιριών αποτελεί πρωταρχική αναγκαιότητα, με προϋπόθεση το συνεχή εκσυγχρονισμό, την άριστη γνώση των ξένων αγορών, αλλά και του διεθνούς ανταγωνισμού.

Γι’ αυτό λοιπόν είναι εθνικό μας χρέος να πούμε ναι στη βιομηχανία, ναι στα μεταλλεία, ναι στην εξόρυξη του χρυσού, ναι στα ορυχεία, ναι στη πρόοδο της πατρίδας μας. Μόνον με τον τουρισμό που διαρκεί λίγους μήνες τον χρόνο και τις καφετέριες δεν μπορούμε να ζήσουμε.

Παλαιότερα άρθρα: