Η Ελλάδα της Λαίδης Γκάγκα και η Ελλάδα της Μήδειας

lady gaga
Διαβάστε επίσης

Γράφει ο Νίκος Χειλαδάκης
Δημοσιογράφος-Συγγραφέας-Τουρκολόγος

Η Ελλάδα υποδέχτηκε την απόλυτη ντίβα της ποπ μουσικής, την τραγουδίστρια Lady Gaga. Η Lady Gaga δεν πρόλαβε καλά-καλά να πατήσει το πόδι της στην Ελλάδα, και τρέλανε όλους τους θαυμαστές της που την περίμεναν υπομονετικά για ένα αυτόγραφο. Στην συναυλία που θα δοθεί στο ΟΑΚΑ, αναμένεται να γίνει το ..σώσαι. Χιλιάδες Νεοέλληνες θα τρέξουν για να απολαύσουν τον… «Χορό των Δαιμόνων», καθώς η χώρα αυτή προδομένη και απαξιωμένη εκείνο που της απέμεινε είναι να δοξάζει μια άσπρη διχτυωτή φούστα με ροζ string από μέσα, και με δυο κοχύλια να καλύπτουν το στήθος. Η Αφροδίτη του Μποτιτσέλι για πολλούς, για άλλους η γοργόνα των παραμυθιών, η «πόρτα» για ότι πιο απίθανα αισχρό έχει να φανταστεί ο ανθρώπινος εγκέφαλος, μέσα σε χρυσοποίκιλτα πούπουλα κάτω από μια ελληνική σημαία στην Ακρόπολη. Οι Νεοέλληνες πανηγυρίζουν γιατί ήρθε η Λαίδη Γκαγκά στην Αθήνα. Τι κρίμα όμως. Υπάρχουν και κάποιοι άλλοι που δεν πρόλαβαν να πανηγυρίσουν αυτόν τον «θρίαμβο». Ας δούμε ποιοι είναι αυτοί κόντρα σε όλο αυτόν το πανηγυρικό κλίμα.

Ο Γιώργος ήταν ένα παιδί με φοβερό μυαλό. Τελείωσε πληροφορική και έπαιζε όλα τα ηλεκτρονικά συστήματα στα δάχτυλα ενώ είχε και ένα πνευματικό που τον συμβούλευε για πολλά πράγματα. Πανδρεύτηκε την μοναδική κοπέλα που γνώρισε στην ζωή του, (!!!), και έκανε ένα παιδί μαζί της. Ο Γιώργος άνοιξε ένα μαγαζί με κομπιούτερ και από την αρχή η δουλειά πήγε πολύ καλά. Έτσι αποφάσισε να ανοίξει και δεύτερο μαγαζί. Ξέσπασε όμως η κρίση, η δουλειά άρχισε να πέφτει με κατακόρυφο ρυθμό. Οι μικρές επιχειρήσεις έπρεπε να καταστραφούν γιατί έτσι το ήθελε η ξένη μνημονιακή κατοχή. Σε λίγο καιρό άρχισαν να τον πνίγουν τα χρέη. Την τελευταία φορά που τον είδα μου είπε ότι κλείνει το τελευταίο του μαγαζί που τον γέμισε με χρέη και φεύγει στην Αγγλία όπου ζούσε ο κουνιάδος του, ο οποίος του υποσχέθηκε να του βρει την καλύτερη δουλειά. «Η χώρα αυτή δεν έχει να μου προσφέρει τίποτα παρά μόνο χρέη και καταστροφή. Αν και δεν το ήθελα αυτό ούτε και ο πνευματικός μου, φεύγω και δεν ξέρω αν θα ξαναγυρίσω ποτέ πίσω», ήταν τα τελευταία του λόγια.

Η Μαρία ήταν φοιτήτρια Οικονομικών Επιστημών. Ο πατέρας της ήταν υψηλόβαθμος υπάλληλος σε μια μεγάλη ιδιωτική εταιρία. Η μητέρα της δούλευε και αυτή στην ίδια εταιρία στην αποθήκη. Είχαν ένα αρκετά ευρύχωρο σπίτι κληρονομιά από τους παππούδες της και ο πατέρας της είχε πάρει ένα δάνειο για να αγοράσουν και το διπλανό που το προόριζαν για την ίδια. Η Μαρία είχε και ένα αδελφό που πήγαινε ακόμα στο γυμνάσιο. Από τα τέλη του 2011 η εταιρεία του πατέρα της άρχισε να κάνει «κοιλιά» και με την κρίση να πέφτουν οι πωλήσεις στο κατακόρυφο. Μια μέρα, ο πρόεδρος τους μάζεψε και τους ανήγγειλε ότι η εταιρεία θα κλείσει και ότι το μόνο που μπορούσε να κάνει είναι να τους δώσει κάποια αποζημίωση. Ο πατέρας της Μαρίας καταστεναχωρέθηκε και κλείστηκε στο σπίτι χωρίς να μιλά σε κανένα. Εντωμεταξύ άρχισαν να τρέχουν και οι δόσεις του δανείου χωρίς να μπορεί να τις πληρώσει. Δουλειά δεν μπορούσε να βρει πουθενά γιατί ήδη ήταν 55 χρονών. Τον είχε πιάσει μεγάλη κατάθλιψη. Μια μέρα η Μαρία γυρίζοντας στο σπίτι ενώ η μάνα έλειπε ψάχνοντας απελπισμένη για κάποια ευκαιριακή εργασία και ο αδελφός της ήταν στο σχολείο, όταν άνοιξε την πόρτα αντίκρισε ένα σοκαριστικό θέαμα. Ο πατέρας κείτονταν ξαπλωμένος νεκρός στο σαλόνι. Είχε καταπιεί ένα ολόκληρο κουτί. Ο πατέρας της Μαρίας είχε αυτοκτονήσει.

Η κυρία Ελένη ήταν συνταξιούχος υποστράτηγου. Είχε δυο παιδιά αλλά ζούσαν στο εξωτερικό και έτσι έμενε μόνη της. Σχεδόν κάθε μέρα έρχονταν μια ανιψιά της και την κοίταζε. Είχε βέβαια καλή σύνταξη αλλά με τις συνεχείς περικοπές άρχισαν τα πράγματα να δυσκολεύουν. Παρ’ όλα αυτά θεωρούνταν προνομιούχα γιατί τα έξοδα της ήταν λίγα και τα λεφτά της σύνταξης την αρκούσαν και με το παραπάνω. Μια μέρα που πήγε να πάρει την σύνταξη από την τράπεζα, όταν βγήκε έξω δεν παρατήρησε ότι την κοιτούσαν έντονα δυο μελαψά άτομα. Περπάτησε μέχρι το σπίτι της και όταν έφτασε μπήκε στην κεντρική είσοδο της πολυκατοικίας και κατευθύνθηκε στο ισόγειο διαμέρισμα όπου έμενε. Μόλις άνοιξε την εξώπορτα της ξαφνικά ξεπήδησαν από το πουθενά τα δυο μελαψά άτομα που την είχαν ακολουθήσει χωρίς να το καταλάβει και την έσπρωξαν με βία μέσα. «Δώσε αμέσως τα λεφτά», της είπαν με σπαστά ελληνικά. Η κυρία Ελένη τρόμαξε, άρχισε να ζαλίζεται, είδε τα πάντα γύρω της να χάνονται από το ξαφνικό σοκ. Σωριάστηκε κάτω. Την άλλη μέρα τα κεντρικά δελτία ειδήσεων έλεγαν πως μια χήρα συνταξιούχος βρέθηκε νεκρή στην εξώπορτα του σπιτιού της, προφανώς θύμα ληστείας γιατί μόλις είχε εισπράξει την σύνταξη της. Σε λίγες μέρες οι δυο μελαψοί πιαστήκαν από την αστυνομία αλλά κανένα κανάλι δεν μετέδωσε την είδηση και ούτε ανέφερε ότι επρόκειτο για δυο μελαψά άτομα, (σσς! γιατί υπάρχει και το αντιρατσιστικό).

Αυτή είναι η ευτυχισμένη Ελλάδα της Λαίδης Γκαγκά και του μνημονίου της ξενικής κατοχής. Η Ελλάδα που τα βράδια στενάζει στις καφετέριες και στα μπαράκια. Η Ελλάδα που για μια ποδοσφαιρική ομάδα σφάζονται σαν τα κριάρια. Η Ελλάδα της απόγνωσης, της αυτοκτονίας, και της ιστορικής καταστροφής. «Πολιτικά ερπετά» με εκατομμύρια στις καταθέσεις τους, είτε προέρχονται από τα αριστερά, είτε προέρχονται από τα δεξιά, αρέσκονται να παρελαύνουν κάθε μέρα στις οθόνες και να μιλούν ατελείωτα για μια χώρα που… βρίσκεται κάπου στο υπερπέραν. Είναι οι ζηλωτές της Λαίδης Γκαγκά. Την ζηλεύουν και φιλοδοξούν να την φτάσουν σε δημοτικότητα. Η Ελλάδα του εικοστού πρώτου αιώνα. Η Ελλάδα που σαν σύγχρονη Μήδεια τρώει τα παιδιά της.

Υπάρχει και μια άλλη Ελλάδα. Εκεί που χτυπά μια καμπάνα, υπάρχει το πορτραίτο του Καποδίστρια. Άραγε αύριο τι μας ξημερώνει;

Παλαιότερα άρθρα: