Επιστολή Έτινγκερ για τις τηλεοπτικές άδειες, τα λάθη κυβέρνησης – καναλιών

edito_4_7
Διαβάστε επίσης

Γράφει ο Γιώργος Ευγενίδης

Η επιστολή του Ευρωπαίου Επιτρόπου Γκίντερ Έτινγκερ προς τις ελληνικές αρχές, απευθυνόμενη κυρίως προς τους αρμόδιους υπουργούς Νίκο Παππά και Χρήστο Σπίρτζη, αλλά και στο πρωθυπουργικό επιτελείο, είναι μια πραγματικότητα, την οποία δεν μπορεί δυστυχώς γι’ αυτόν ο κ. Παππάς να υποβαθμίζει. Γιατί, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μας απειλεί ακόμα και με παραπομπή στο ευρωπαϊκό δικαστήριο, εφόσον δεν αλλάξουν βασικές διατάξεις του νόμου 4339/2015, με έμφαση κυρίως στην ΕΕΤΤ και σε τεχνικά ζητήματα που αφορούν το τηλεοπτικό πεδίο.

Υπάρχει όμως μια διαφορά, σε αντίθεση με τους πανηγυρισμούς της ΕΙΤΗΣΕΕ, της ένωσης ιδιοκτητών των ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών: στην επιστολή του ο κ. Έτινγκερ μπορεί να στηλιτεύει-και ορθώς κατά τη γνώμη της στήλης- το νομοσχέδιο ως «πατερναλιστικό» και εξαιρετικά παρεμβατικό, πουθενά όμως δεν αναφέρει το ρόλο του ΕΣΡ ως προς την αδειοδότηση των τηλεοπτικών σταθμών.

Μόνο σε ένα σημείο γίνεται αναφορά σε κάτι που αφορά στενά το επίδικο, δηλαδή τον τρόπο που η κυβέρνηση αποφασίζει να ρυθμίσει το τηλεοπτικό πλαίσιο, ως προς τη διαδικασία: είναι στη σελίδα 27 της επιστολής, όταν ο κ. Έτινγκερ επί της ουσίας απορρίπτει το ότι πρέπει να δοθούν μόνο 4 άδειες. Τουναντίον, υποστηρίζει πως πρέπει και μπορούν να δοθούν περισσότερες άδειες και η κυβέρνηση δεν έχει αποσαφηνίσει το πώς αυτό θα γίνει.

Συγκεκριμένα, στη σελίδα 27 της επιστολής του, ο επίτροπος αναφέρει: «…Η Επιτροπή αμφισβητεί ότι ο εν λόγω όρος είναι αναλογικός. Στην πραγματικότητα, ενώ η Ελλάδα έχει παραχωρήσει (σ.σ. στην DIGEA) 4 πολυπλέκτες για εθνική ραδιοτηλεοπτική μετάδοση, έχει επί του παρόντος αδειοδοτήσει μόνο 7 τηλεοπτικά προγράμματα κανονικής ευκρίνειας για εθνική ραδιοτηλεοπτική μετάδοση και έχει εκκινήσει τη διαδικασία για την αδειοδότηση στο προσεχές μέλλον μόνο 4 τηλεοπτικών προγραμμάτων γενικού ενδιαφέροντος υψηλής ευκρίνειας. Αντιθέτως, δεν έχει αποκαλύψει απτά σχέδια για την αδειοδότηση επιπρόσθετων τηλεοπτικών προγραμμάτων γενικού ή θεματικού ενδιαφέροντος. Κατά συνέπεια, ο τωρινός εκδοχέας (σ.σ.η DIGEA) δεν είναι από την αρχή σε θέση να εκπληρώσει την υποχρέωση αυτή ούτε στο παρόν ούτε στο εγγύς μέλλον».

Αυτό είναι οπωσδήποτε ένα ράπισμα για την κυβέρνηση, η οποία νομοθετεί με βάση μια αστεία και αδιαφανή μελέτη από το πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας, η οποία δεν αντέχει σε σοβαρή κριτική. Άλλωστε, ο ίδιος ο νέος πρόεδρος της ΕΕΤΤ που διόρισε ο κ. Σπίρτζης ήταν αυτός που κατά την ακρόασή του στη Βουλή, στην επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας, ανέφερε πως θεωρητικά, τεχνικά θα ήταν εφικτό το φάσμα να αντέξει ακόμα και 10 συχνότητες. Είναι σαφές πως το κυβερνητικό επιχείρημα είναι έωλο και τώρα έρχεται και ο επίτροπος για να το τεκμηριώσει.

Για το ΕΣΡ όμως δεν γίνεται καμία ρητή αναφορά. Γι’ αυτό που λέω δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση, μόνο ένα πράγμα: ανάγνωση της επιστολής του κ. Έτινγκερ και αντιπαραβολή με τον νόμο και την κοινοτική οδηγία του 2002, επί της οποίας εδράζεται και η κριτική περί μη εναρμόνισης με το κοινοτικό δίκαιο. Υπάρχει, βέβαια, θέμα με το ΕΣΡ; Κατά τη γνώμη μας, προφανώς και υπάρχει και αυτό το ξέρει και ο αρμόδιος υπουργός, το ξέρει φυσικά και ο πρωθυπουργός.

Συνεπώς, η συζήτηση που ξεκινά σήμερα στο ΣτΕ μετά από προσφυγές επί του νόμου και η οποία θα επικεντρωθεί στο ζήτημα της αρμοδιότητας του ΕΣΡ. Δεν μπορεί κανείς να προδικάσει την απόφαση του ΣτΕ, πλην όμως είναι προφανές πως η παράκαμψη του ΕΣΡ είναι ένα σοβαρό ζήτημα, εφόσον το ΣτΕ καταλήξει πως είναι η αρμόδια αρχή για το τρέξιμο του διαγωνισμού. Είναι επίσης προφανές πως οι καναλάρχες θα χρησιμοποιήσουν την επιστολή Έτινγκερ και είναι κατανοητό, στο πλαίσιο της ευρύτερης αποδόμησης του νόμου, ο οποίος είναι ένας κακός και προβληματικός νόμος.

Από την άλλη, η εργαλειοποίηση της επιστολής με τον τρόπο που έγινε, δεν αντιλαμβάνομαι κατά πόσο προσφέρει καλές υπηρεσίες στους ιδιωτικούς τηλεοπτικούς σταθμούς. Γιατί, οι ξένοι, όταν κάτι θέλουν να πουν, βρίσκουν τον τρόπο και το λένε. Και εν προκειμένω, δεν ειπώθηκε 100% αυτό που παρουσιάστηκε ως ειπωμένο. Αυτό όμως δεν πρέπει να λειτουργήσει ως φενάκη για τον κ. Παππά: ο νόμος του δεν είναι τίποτα άλλα παρά ένα πολιτικό εργαλείο και καμία υπηρεσία δεν προσφέρει στο ραδιοτηλεοπτικό τοπίο, τουναντίον το περιορίζει, ενώ για τον ίδιον προβλέπεται ένας ρόλος υπουργού-καναλάρχη. Αυτό στα Γαλλικά λέγεται folie de grandeur, ψευδαίσθηση μεγαλείου.

Με απλά λόγια: η εξέλιξη στη διαδικασία αδειοδότησης των καναλιών θα είναι δυναμική και έχουμε ακόμα πολλά να δούμε. Συνεπώς, ούτε ο κ. Παππάς δικαιούται να πανηγυρίζει για το πασάλειμμα που παρουσιάζει ως «νομοσχέδιο-τομή» ούτε η ένωση των ιδιοκτητών τηλεοπτικών σταθμών μπορεί να τα γυρίζει όλη την ώρα, όπως θέλει. Είναι τελικά της μοίρας μας γραμμένο να μην μπορούμε να κάνουμε μια μεταρρύθμιση σωστή…

Παλαιότερα άρθρα: