Η κρυφή γοητεία της (χαμένης) μπουρζουαζίας

politicians_beauty
Διαβάστε επίσης

Γράφει η Γεωργία Δρακάκη

Από τη Μαντάμ Μποβαρύ του Φλωμπέρ ως τη Μαντάμ Σουσού του Ψαθά και από τους πλούσιους των παλιών καιρών στους νεόπλουτους του χαλεπού παρόντος, το χρήμα αποδεικνύεται περίτρανα ως κυρίαρχο επίτευγμα.

Τα ακριβά αυτοκίνητα, όμως, τα σπίτια, τα φορέματα, τα πούρα και οι ακριβοπληρωμένες διακοπές δεν αρκούσαν ποτέ για την εξύψωση στα μάτια των «άλλων», ως κάτι καλύτερό τους. Ζήλια και φθόνο προξενούσαν ανέκαθεν. Όχι όμως θαυμασμό. Όχι αυτή τη διάφανη αποστασιοποίηση του «αριστοκράτη» από τον λαό.

Αλήθεια, υπάρχουν πια αριστοκράτες; Κυρίως υπάρχει πια λαός; Ποιοι τρώνε ψωμί χθεσινό και ποιοι βουτυρώνουν επιμελώς το παντεσπάνι τους; Η κρίση τρύπωσε στα σπίτια, στις νουλάπες, στα social media και εξομοίωσε πρόσωπα και καταστάσεις. Ορισμένοι πηγαίνουν Μύκονο, άλλοι φωτογραφίζονται από κάμερες υψηλότερης ευκρίνειας. Αλλά, όλοι, όλοι αυτή τη στιγμή στη χώρα έχουν οικονομικό πρόβλημα. Είτε κερδίζουν λιγότερα, είτε χάνουν τις δουλειές τους, είτε δε βρίσκουν. Οι πτυχιούχοι νέοι καταλαμβάνουν θέσεις υπαλλήλων εστίασης και γραμματειακής υποστήριξης συμπιέζοντας τους… «λιγότερο μορφωμένους» στη βάση μιας πυραμίδας έτοιμης να καταρρεύσει.

Εντάξει, μπορεί να υπάρχουν ακόμη μερικά golden boys και κορίτσια με τις κρεμ, γυαλιστερές τσάντες στην Εκάλη και στο Costa Navarino. Όμως, οι άνθρωποι αυτοί ουδεμία σχέση έχουν με την περίφημη μπουρζουαζία. Τη μπουρζουαζία τη σκότωσε ο ΕΝΦΙΑ: δεν υπάρχουν αμέριμνοι εισοδηματίες, δεν υπάρχουν έχοντες χωρίς «κοκκινισμένα» δάνεια. Να’ ναι καλά τα Zara και τα Tiger! Πολλώ δε μάλλον, αγνοούνται και οι αστοί, οι παλιοί καλοί bon viveurs με το monocle και την, συνήθως, υψηλή μόρφωση.

Τώρα, ορδές μικροαστών, περνάνε όλη τη μέρα τους μπροστά από μια οθόνη και η ζωή, στον πλούτο και στην ένδειά της, μας ξεφεύγει. Φοράμε παρόμοια ρούχα, μιλάμε όπως όλοι, είμαστε όλοι και, στην τελική, είμαστε και ίσοι, πιο ίσοι από ποτέ μεταξύ μας.

Οι σύγχρονοι μπουρζουάδες φέρονται ως ημι-επαναστατημένοι υπάλληλοι με i-phone και χρεωμένο τζιπ. Το πολύ πολύ, είναι επίγονοι πλουσίας οικογένειας και πάσχοντες από το σύνδρομο του Έλληνα: επικαλούνται το παρελθόν και στηρίζουν σε αυτό την όποια αξία τους, αλλά και την όποια ατυχία τους. Πόσο απέχουν όλα αυτά από το κλίμα της ταινίας του Μπουνιουέλ «Η Κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας»! Χρώματα ζεστά, απαλά, dry martini, κρυμμένα σκάνδαλα και τρυφεροί λαιμοί γυναικών κάτω από φίνες γούνες.

Α, η μπουρζουαζία. Α, η dolce vita… Ίσως ποτέ να μην πέρασαν δαύτες από τη χώρα μας. Ποτέ δεν είχαν πραγματικά θέση. Κι αν βρήκανε για λίγο μια μεριά να σταθούν, το πέτυχαν δια μέσου των εξ Εσπερίας σωτήρων. Και σε αυτό, ήρθαμε δεύτεροι, τρίτοι και σίγουρα καταϊδρωμένοι.

Αυτή είναι η κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας: η μυρωδιά Ευρώπης που πάντα ποθούσαμε, ψευδοεκπληρώσαμε και τώρα τραβάμε τα μαλλιά μας, όπως ο δύστυχος ο Παναγιωτάκης, ο άντρας της φαντασμένης Μαντάμ Σουσού.

Μετά τη γοητεία, έρχεται ο κατασπαραγμός. Βλέπεις δυο κόκκινα, ζουμερά χείλη, γοητεύεσαι. Πλησιάζεις, θες να τα κατασπαράξεις. Τελικά, σε κατασπαράζουν αυτά. Προσοχή, προσοχή!

Παλαιότερα άρθρα: