Η κυβέρνηση Τσίπρα φέρνει το δικό της e-mail Χαρδούβελη

mail_kubernhshs
Διαβάστε επίσης

Σε υιοθέτηση μίας ιδιότυπης εκδοχής ενός δικού της «e-mail Χαρδούβελη φαίνεται πως προσανατολίζεται η κυβέρνηση Τσίπρα, έπειτα από τις συζητήσεις του οικονομικού επιτελείου στην Σύνοδο του ΔΝΤ στην Ουάσιγκτον, οι οποίες για μία ακόμη φορά δεν είχαν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.

Απουσία ουσιαστικής συζήτησης για το χρέος και ενώ οι αξιώσεις της κυβέρνησης φαίνεται πως έπεσαν στο κενό, η φόρμουλα που φάνηκε πως προτείνεται από τους δανειστές για την συνέχιση της συμμετοχής του Ταμείου στο ελληνικό πρόγραμμα, περιελάμβανε ρήτρα συμπληρωματικών μέτρων ύψους 3,5 δισ. ευρώ έως το 2018, σε περίπτωση που οι στόχοι του προγράμματος δεν επιτυγχάνονται.

Το περίφημο e-mail Χαρδούβελη του Δεκεμβρίου 2014 περιελάμβανε μία αντίστοιχη ρήτρα, με την εισήγηση λήψης μέτρων 980 εκατ ευρώ, έπειτα από αξιολόγηση τον Ιούνιο του επόμενου έτους, για την περίπτωση που δεν θα επιτυγχάνονταν οι στόχοι του προγράμματος.

Το ΔΝΤ είχε τότε απορρίψει την πρόταση, ο ΣΥΡΙΖΑ κάλπαζε και εν μέρει είχε αποσπάσει την έγκριση των δανειστών για την προκήρυξη εκλογών τον Ιανουάριο του 2015.

Σήμερα, η «πρακτική Χαρδούβελη», εμφανίζεται ως η επιλογή των δανειστών για την άρση του αδιεξόδου, με μεγάλες διαφορές ως προς τα μεγέθη και τα στοιχεία.

Τα συζητούμενα μέτρα για την τρέχουσα περίοδο είναι 5.4 δισ. – πολύ περισσότερα δηλαδή του e-mail Χαρδούβελη. Παράλληλα προτείνεται η λήψη νέων πρόσθετων μέτρων έως το 2018 τα οποία ανέρχονται σε 3.4 δισ. – και πάλι δηλαδή τρεις φορές περισσότερα από εκείνα που συζητούνταν στο τέλος του 2014.

Το ενδιαφέρον στοιχείο της συγκυρίας είναι πως έπειτα από τα επεισόδια των τελευταίων εβδομάδων, η κυβέρνηση όχι μόνο δεν απορρίπτει το σενάριο, αλλά, αφενός, προσπαθεί να το υποστηρίξει και αφετέρου εμφανίζεται και πάλι να συντάσσεται με το ΔΝΤ, αφότου τις προηγούμενες εβδομάδες αποδόθηκε σε έναν σκληρό πόλεμο κατά του «κακού Ταμείου».

Σε non paper που διακίνησε το Μέγαρο Μαξίμου το απόγευμα της Κυριακής, έπειτα από τις επαφές Τσακαλώτου στην Ουάσιγκτον αναφέρεται μεταξύ των άλλων ότι «επιβεβαιώθηκε για μια ακόμα φορά η διαφορά ανάμεσα στο ΔΝΤ και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς για το πόσο εφικτό είναι να φτάσουμε σε ένα πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% το 2018. Συγχρόνως, η γερμανική πλευρά φαίνεται να πιστεύει ότι είναι δυνατόν να κλείσει η συμφωνία με την συμμετοχή και του ΔΝΤ, χωρίς, όμως, καμία ελάφρυνση του χρέους -κάτι που αγνοεί την επαναλαμβανόμενη θέση του ΔΝΤ, που επισημάνθηκε πολλές φορές και στην Ουάσιγκτον, ότι χωρίς ουσιαστική απομείωση χρέους, το Ταμείο δεν μπαίνει στο πρόγραμμα».

Στο ίδιο σημείωμα η κυβέρνηση μοιάζει να προετοιμάζει το έδαφος για την αποδοχή της προτεινόμενης ρήτρας, καθώς μεταξύ άλλων αναφέρεται: «Μέσα στις διαφορετικές προτάσεις που κατατέθηκαν προκειμένου να υπάρξει προσέγγιση ανάμεσα στους θεσμούς, είναι και αυτή για περαιτέρω μέτρα που θα αποφασιστούν μεν από τώρα αλλά θα εφαρμοστούν, εάν και μόνο εάν, δεν καλύψουμε το στόχο του 3,5%, το 2018. Με δυο λόγια, η συγκεκριμένη πρόταση προβλέπει να κλείσει η αξιολόγηση με τα μέτρα που υπολογίζουν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί και συμφωνούν και οι ελληνικές αρχές και, μόνο αν το 2018 δεν πιάσουμε το στόχο, να είμαστε υποχρεωμένοι, τότε, να εφαρμόσουμε και κάποια από τα μέτρα που προτείνει το Δ.Ν.Τ. Και είναι ξεκάθαρο ότι σ” αυτή την πρόταση, τα περαιτέρω μέτρα προτείνεται να είναι ανάλογα με την απόκλιση από το στόχο. Για παράδειγμα, μια απόκλιση 0,3% (δηλαδή, να έχουμε 3,2% πρωτογενές πλεόνασμα και όχι 3,5%) θα οδηγούσε σε μέτρα ύψους μόνο 0,3%».

Η ουσία ως προς τις επικείμενες εξελίξεις μοιάζει να σχετίζεται με την στάση της κυβέρνησης και την διαχείριση της συζήτησης για το χρέος – ή την αναβολή/ματαίωσή της. Στο ίδιο σημείωμα του Μεγάρου Μαξίμου επισημαίνεται: «Σε κάθε περίπτωση η ελληνική πλευρά δεν έχει αποδεχτεί αυτή την πρόταση (σ.σ. για συμπληρωματικά μέτρα) και η τελική της θέση θα εξαρτηθεί από ολόκληρο το «πακέτο» που θα είναι στο τραπέζι και που, προφανώς, θα συμπεριλαμβάνει και την ελάφρυνση του χρέους, η οποία, με βάση τη Συμφωνία του Ιουλίου, είναι προγραμματισμένο να αποφασιστεί αμέσως μετά την πρώτη αξιολόγηση».

Παλαιότερα άρθρα: