Η Σύνοδος του ΝΑΤΟ στη Βαρσοβία και ο Μύθος περί Ρωσικής Επιθετικότητας

nato_o
Διαβάστε επίσης

Γράφει ο Ανδρέας Γ. Μπανούτσος*

Η Σύνοδος του ΝΑΤΟ έλαβε χώρα την περασμένη εβδομάδα και πιο συγκεκριμένα στις 8-9 Ιουλίου 2016 στη Βαρσοβία. Οι ηγέτες των κρατών μελών του ΝΑΤΟ αποφάσισαν να αναπτύξουν τέσσερα τάγματα στην Πολωνία, Εσθονία, Λετονία και Λιθουανία από το 2017, προκειμένου να ενισχυθεί η αμυντική ικανότητα της Συμμαχίας έναντι της υποτιθέμενης ρωσικής απειλής.

Ο Καναδάς θα ηγηθεί του τάγματος στη Λετονία, το Ηνωμένο Βασίλειο στην Εσθονία, η Γερμανία στη Λιθουανία και οι ΗΠΑ στην Πολωνία. Ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ Γενς Στόλτενμπεργκ ανακοίνωσε επίσης ότι οι Υπουργοί Άμυνας της Συμμαχίας θα εξετάσουν το ενδεχόμενο για εντονότερη αεροναυτική παρουσία στην Μαύρη Θάλασσα κατόπιν σχετικού αιτήματος της Ρουμανίας.

Η Σύνοδος επίσης αποφάσισε ότι θα χρειαστεί ενίσχυση της κυβερνο-άμυνας της Συμμαχίας καθώς επίσης και αύξηση των αμυντικών δαπανών των κρατών μελών. Επιπρόσθετα, αποφασίστηκε η ενίσχυση της συνεργασίας στον τομέα της ασφάλειας μεταξύ του ΝΑΤΟ και της ΕΕ και ειδικότερα η από κοινού αντιμετώπιση των απειλών του υβριδικού πολέμου, του κυβερνοπολέμου και της παράνομης μετανάστευσης.

Το τελικό κοινό ανακοινωθέν της Συνόδου μεταξύ άλλων επισήμανε ότι η ανάπτυξη των ΝΑΤΟικών στρατευμάτων στις χώρες της Βαλτικής και στην Πολωνία αποτελεί απάντηση στην ρωσική επιθετικότητα η οποία «στοιχειοθετείται» από «τη συνεχιζόμενη παράνομη προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία, την παραβίαση της εθνικής κυριαρχίας με τη χρήση βίας, τη σκόπιμη αποσταθεροποίηση της Ανατολικής Ουκρανίας, της μεγάλης κλίμακας στρατιωτικές ασκήσεις στη Βαλτική και τη Μαύρη Θάλασσα, την ανεύθυνη πυρηνική ρητορική της και την επαναλαμβανόμενη παραβίαση του ΝΑΤΟικού εναέριου χώρου».

Ας εξετάσουμε όμως με αντικειμενικότητα κατά πόσο η ρωσική επιθετικότητα είναι υπαρκτή και σε βαθμό τέτοιο που να δικαιολογεί την ανάπτυξη ΝΑΤΟικών στρατευμάτων στα σύνορα της Ρωσίας.

Το κυριότερο επιχείρημα του ΝΑΤΟ είναι ότι απόδειξη της ρωσικής επιθετικότητας αποτελεί η παράνομη προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία τον Μάρτιο του 2014. Έχουν όμως έτσι τα πράγματα; Ποια γεγονότα προηγήθηκαν της προσάρτησης της Κριμαίας από τη Ρωσία;

Περί τα τέλη του 2013 η ΕΕ πίεζε την τότε κυβέρνηση του νόμιμα εκλεγμένου Προέδρου της Ουκρανίας Βίκτορ Γιανουκόβιτς να προχωρήσει στην υπογραφή συμφωνίας για την οικονομική εταιρική σχέση (EU-Ukraine Association Agreement), η οποία θα συμπεριλάμβανε την αποδοχή των όρων σκληρής λιτότητας που θα επέβαλε το ΔΝΤ στον ήδη δοκιμαζόμενο λαό της Ουκρανίας. Όταν ο Πρόεδρος Γιανουκόβιτς απέρριψε τους όρους του ΔΝΤ και επέλεξε να συμφωνήσει με τη Ρωσία για ένα οικονομικό πακέτο βοήθειας της τάξης των 15 δις δολαρίων, η CIA προχώρησε σε ενέργειες αποσταθεροποίησης της κυβέρνησής του και τελικά στην πραξικοπηματική ανατροπή του τον Φεβρουάριο του 2014.

Η νέα παράνομη κυβέρνηση της Ουκρανίας στελεχωμένη από σκληροπυρηνικούς νέο-ναζί προχώρησε σε έναν άνευ προηγούμενου διωγμό των ρωσόφωνων πολιτών της Ουκρανίας με ενέργειες όπως η απαγόρευση της Ρωσικής γλώσσας ως επίσημης γλώσσας της χώρας και οι εγκληματικές επιθέσεις εις βάρος πολιτών Ρωσικής καταγωγής στη Νότια και Ανατολική Ουκρανία. Η Ρωσία υπό την ηγεσία του Προέδρου Πούτιν δικαιολογημένα φοβούμενη ότι η φιλοδυτική νέα κυβέρνηση της Ουκρανίας θα υποβάλλει άμεσα αίτημα ένταξης στο ΝΑΤΟ, αντέδρασε αστραπιαία και διοργάνωσε δημοψήφισμα στην Κριμαία (η οποία ειρήσθω εν παρόδω μέχρι το 1954 ανήκε στη Ρωσική Σοβιετική Ομοσπονδιακή Σοσιαλιστική Δημοκρατία και όχι στην αντίστοιχη Ουκρανική) προκειμένου να αποφασίσουν οι πολίτες της αν επιθυμούσαν την απόσχιση από την Ουκρανία και την επανένωση με την Ρωσική Ομοσπονδία.

Στις 16 Μαρτίου 2014 οι πολίτες της Κριμαίας κατά συντριπτική πλειοψηφία 97% αποφάσισαν την ένταξη τους στη Ρωσική Ομοσπονδία. Η Δύση κατήγγειλε το δημοψήφισμα ως παράνομο κατηγορώντας τη Ρωσία και προσωπικά τον Πρόεδρο Πούτιν για καταπάτηση του Διεθνούς Δικαίου καθώς επίσης και για την εισβολή Ρώσων παραστρατιωτικών (τα «πράσινα ανθρωπάκια» όπως τους αποκάλεσαν οι δημοσιογράφοι) στην Κριμαία.

Η αλήθεια όμως είναι κάπως διαφορετική. Ρωσικά στρατεύματα υπήρχαν ήδη νόμιμα σταθμευμένα στη ναυτική βάση της Σεβαστούπολης όπως προέβλεπε η διακρατική συμφωνία που είχαν υπογράψει η Ουκρανία με την Ρωσία τον Απρίλιο του 2010, το λεγόμενο Kharkiv Pact. Επομένως, η προσάρτηση της Κριμαίας στη Ρωσία δεν ήταν αποτέλεσμα της δήθεν Ρωσικής επιθετικότητας αλλά της προκλητικής και απερίσκεπτης στάσης της Δύσης, η οποία ανέτρεψε πραξικοπηματικά τον νόμιμο Πρόεδρο της Ουκρανίας Γιανουκόβιτς, προκειμένου να εγκαθιδρύσει ένα φιλο-Δυτικό καθεστώς στη χώρα που θα την ενσωμάτωνε στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ.

Η Ρωσία και ο Πούτιν δεν είχαν άλλη επιλογή από το να μεθοδεύσουν με δημοκρατικά μέσα την απόσχιση της Κριμαίας από την Ουκρανία και την επανένωσή της με τη «μητέρα πατρίδα» υπό τον εύλογο φόβο ότι διαφορετικά η στρατηγικής σημασίας ναυτική βάση της Σεβαστούπολης θα έπεφτε στα χέρια του ΝΑΤΟ. Αν οι Δυτικοί δεν είχαν ανατρέψει τον Γιανουκόβιτς, ο Πούτιν κατά την εκτίμηση του γράφοντος δεν θα είχε κανένα λόγο να προχωρήσει στη προσάρτηση της Κριμαίας.

Η δραματική επιδείνωση των σχέσεων Δύσης-Ρωσίας με αφορμή την προσάρτηση της Κριμαίας το 2014 δεν μπορεί να αποδοθεί στην υποτιθέμενη ρωσική επιθετικότητα, αλλά στην προκλητική επέκταση των ΝΑΤΟικών στρατευμάτων προς ανατολάς με πρόσχημα τον μύθο περί ρωσικής απειλής και της δήθεν σχεδιαζόμενης εισβολής ρωσικών στρατευμάτων στις Βαλτικές χώρες.

Συμπερασματικά λοιπόν, το ΝΑΤΟ αντί να αναλώνεται σε αντιπαραγωγικές αντι-ρωσικές ενέργειες θα πρέπει να συνεργαστεί με τη Ρωσία τόσο για την ειρήνευση στη Συρία όσο και για την αντιμετώπιση της πραγματικής και μεγαλύτερης ίσως απειλής που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα τον 21ο αιώνα, την ισλαμιστική τρομοκρατία.

Ανδρέας Γ. Μπανούτσος είναι Ιδρυτής και Πρόεδρος Δ.Σ ΚΕΔΙΣΑ.

Παλαιότερα άρθρα: