Κακά μαντάτα για την κυβέρνηση: ακόμη πιο «απαραίτητο» το ΔΝΤ

edito_22_8
Διαβάστε επίσης

Γράφει ο Γεράσιμος Ταυρωπός

Στις 30 Ιουλίου, το Ανεξάρτητο Γραφείο Αξιολόγησης (ΙΕΟ) του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) έριξε μια «βόμβα» μεγατόνων με την έκθεσή του για το ελληνικό πρόγραμμα. Εξετάζοντας τις αιτίες της αποτυχίας του ελληνικού προγράμματος, μεταξύ άλλων ανέφερε «ευθαρσώς» ότι το ελληνικό πρόγραμμα καταρτίστηκε με κριτήριο όχι τη σωτηρία των ελληνικών δημοσιονομικών αλλά τη σωτηρία της Ευρωζώνης και ιδιαίτερα των ευρωπαϊκών (γερμανικών και γαλλικών κατά κύριο λόγο) τραπεζών.

Η «τιμή» αυτής της συγκλονιστικής επίσημης παραδοχής αποδείχτηκε ισοδύναμη με λίγες ημέρες επικοινωνιακού θορύβου – τα γεγονότα αξίζουν πλέον τόσο όσο η αντοχή τους στο επικοινωνιακό top 5…

Σκοπός μας ωστόσο δεν είναι να σχολιάσουμε ετεροχρονισμένα το περιεχόμενο της έκθεσης του ΙΕΟ του ΔΝΤ, αλλά να εξετάσουμε το ζήτημα της παραμονής του Ταμείου στο ελληνικό πρόγραμμα. Η αναφορά μας στην έκθεση γίνεται για το λόγο ότι θεωρούμε πως αποτελεί ένα από τα «επεισόδια» που προλέγουν τους όρους αυτής της παραμονής.

Αφού λοιπόν πρώτα -«για το ξεκάρφωμα», όπως αποδείχτηκε- δημοσιοποίησε την έκθεση για την αποτυχία του ελληνικού προγράμματος, το ΔΝΤ έθεσε ξανά μετ’ επιτάσεως το ζήτημα της ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους. Εκτιμούμε ότι αυτή τη φορά το «εννοεί», δηλαδή ότι θα επιμείνει μέχρι τέλους στην ανάγκη συμφωνίας γι’ αυτή την ελάφρυνση, υπό την απειλή της αποχώρησής του από το ελληνικό πρόγραμμα.

Ο χρονικός ορίζοντας για το ξεκαθάρισμα του ζητήματος της συμμετοχής ή μη του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα είναι δεδομένος: είναι ο επερχόμενός Νοέμβριος, όταν το Ταμείο θα δημοσιοποιήσει την έκθεσή του για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους. Ανακοινώνοντας το χρόνο αυτής της δημοσιοποίησης, το ΔΝΤ έθεσε το ορόσημο για την τελική ευόδωση των συνομιλιών του με τους εμπλεκόμενους ευρωπαϊκούς θεσμούς (Κομισιόν, Συμβούλιο, ESM, ΕΚΤ), «δηλώνοντας» εμμέσως πλην σαφώς ότι δεν επιθυμεί την παράταση της εκκρεμότητας για το ελληνικό χρέος μέχρι τις γερμανικές εκλογές… Εξάλλου, αν πρόκειται να υπάρξει μια συμφωνία για το ελληνικό χρέος, αυτή είναι εφικτή μόνο σε χρονική «απόσταση ασφαλείας» από τις γερμανικές εκλογές – λογικά, μέχρι το τέλος του 2016.

Βεβαίως, όπως έδειξε η πείρα, σε αυτή την υπόθεση η τακτική της αναβολής ίσχυσε σε όλες τις περιπτώσεις μέχρι σήμερα. Δεδομένης όμως της άποψης του ΔΝΤ ότι το ελληνικό χρέος δεν είναι βιώσιμο, αυτό σήμαινε πάντα ότι χωρίς ελάφρυνση του χρέους, έμενε μόνο μία εναλλακτική: σκληρό μνημονιακό πρόγραμμα με υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα. Επομένως, αν το ΔΝΤ για μία ακόμη φορά στο όνομα υπέρτερων λόγων (που είναι πάντα οι ευρύτερες διεθνείς οικονομικές και γεωπολιτικές σκοπιμότητες) συμφωνήσει σε μία ακόμη αναβολή της ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους, θα απαιτήσει -για να είναι «τυπικώς εντάξει»- συμφωνία με υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα.

Αυτό φυσικά δεν είναι καλό νέο για την κυβέρνηση…

Υπάρχει μήπως η τρίτη λύση στο πρόβλημα, δηλαδή η αποχώρηση του ΔΝΤ από το ελληνικό πρόγραμμα; Όπως επίσης έχει δείξει η πείρα, ποτέ δεν είναι «η κατάλληλη στιγμή» για την αποχώρηση του Ταμείου από το ελληνικό πρόγραμμα. Ο Αντώνης Σαμαράς και ο Αλέξης Τσίπρας, που κάποια στιγμή πίστεψαν ότι είχε έρθει αυτή η ώρα, βρέθηκαν στο «τηγάνι» με το καυτό λάδι…

Ιδιαίτερα τώρα, όμως, η στιγμή είναι πιο ακατάλληλη από οποιαδήποτε άλλη. Το 2016 έχει προαναγγελθεί από το ξεκίνημά του σαν έτος πιθανής εκδήλωσης μιας μείζονος υποτροπής της διεθνούς κρίσης. Αποδείχτηκε επίσης έτος που ο κίνδυνος οικονομικής αστάθειας αλληλοτροφοδοτείται «θερμά» με τον κίνδυνο γεωπολιτικής αστάθειας. Τα μεγάλα (γεω)πολιτικά γεγονότα έχουν άμεσες οικονομικές συνέπειες, αλλά και το αντίθετο! Το Brexit είναι μια βραδυφλεγής «βόμβα» που συμπυκνώνει τόσο τους γεωπολιτικούς όσο και τους οικονομικούς κινδύνους – προφανώς με ιδιαίτερη οξύτητα για την ΕΕ και την Ευρωζώνη.

Δεν είναι λοιπόν, για μία ακόμη φορά, και ακόμη περισσότερο τώρα, «η παραμονή της ημέρας» που το ΔΝΤ θα αποχωρήσει από το ελληνικό πρόγραμμα. Το Ταμείο είναι τώρα, που η λάμψη όλων των μεγάλων «εγγυητριών δυνάμεων» θαμπώνει ύστερα από το Brexit, ακόμη πιο «απαραίτητο» από πριν. Και θα μείνει. Με ό, τι σημαίνει αυτό…

Παλαιότερα άρθρα: