Μεταξύ του όχι, του ναι και της αποχής

dimopsifisma-ellada-2015
Διαβάστε επίσης

Γράφει η Χριστίνα Μήτση

Μια νομικοπολιτική καταγραφή του δημοσίου διαλόγου
για το Δημοψήφισμα της 05.07.2015

Δυνάμει του δικαιώματος της ελευθερίας του λόγου που υπάρχει σε μια δημοκρατική χώρα, όπως η Ελλάδα σήμερα και της πολιτικής αμφιταλάντευσης για την ψήφο της Κυριακής, θα προσπαθήσω να ομαδοποιήσω στο άρθρο αυτό τα σπουδαιότερα επιχειρήματα μεταξύ των τριών θέσεων που μπορεί να λάβει ένας έλληνας πολίτης την Κυριακή στις 05 Ιουλίου 2015: μεταξύ του ΟΧΙ, του ΝΑΙ και της ΑΠΟΧΗΣ και αυτό με την ελπίδα να κατανοήσουμε ποιο είναι το τελικό διακύβευμα αυτού του δημοψηφίσματος: συμβιβασμός ή περαιτέρω διαπραγμάτευση, ευρώ ή δραχμή εντός ΕΕ, ή, τέλος, Ε.Ε. ή ολική έξοδος;

Θα εξετάσω τα επιχειρήματα με την εξής σειρά υπέρ του ΟΧΙ, μετά υπέρ του ΝΑΙ και τέλος υπέρ της ΑΠΟΧΗΣ. Διάλεξα αυτή τη σειρά γιατί οπτικά, όπως θα μας δοθεί και το ψηφοδέλτιο την Κυριακή, προηγείται το ΟΧΙ, κάτι το οποίο έχει ήδη σχολιαστεί αρκετά ως ένδειξη μεθόδευσης και εκμαίευσης της ψήφου προς τα εκεί από την πλευρά της Κυβέρνησης.  Πριν όμως αναλύσω το επικοινωνιακό πλαίσιο επί του οποίου διεξάγεται το παρόν πολιτικό debate, νομίζω είναι σκόπιμο να εξετάσουμε συνοπτικά τα πιο καίρια επιχειρήματα που ακούγονται υπέρ της κάθε πλευράς:

Α.1ον Ένα ισχυρό ΟΧΙ μέσα από μια θεσμική διαδικασία όπως είναι το Δημοψήφισμα, μπορεί να αποτελέσει ένα σημαντικό χαρτί για περαιτέρω διαπραγμάτευση, όπως είναι άλλωστε και ο στόχος αλλά και η εντολή της παρούσας Κυβέρνησης. Τι σημαίνει δηλαδή ΟΧΙ: σημαίνει τέρμα στον φαύλο κύκλο, ο οποίος έχει εγκαθιδρυθεί με τα μνημόνια. Ήδη ένας στους δύο νέους είναι άνεργος, υπερφορολογούμαστε και δεν έχουμε σημαντικό κέρδος παρά τις πολλαπλές ώρες εργασίας μας (10-12 ώρες καθημερινά), η αγοραστική μας δύναμη έχει απομειωθεί σημαντικά, πολλές φορές μάλιστα παρατηρείται και απαξίωση των επαγγελματικών μας προσόντων, αφού ακόμα και επαγγέλματα-ελίτ, όπως οι μηχανικοί και οι δικηγόροι, αμείβονται πλέον με μισθούς 400-500 ευρώ  και όλα αυτά έχουν ήδη διαρκέσει μια πενταετία, με την εμπιστοσύνη του κόσμου για κάτι καλύτερο να είναι έωλη. Το ΟΧΙ δηλαδή αποδοκιμάζει την πολιτική αυτή των 5 ετών που στέγνωσε τη χώρα, ενώ με το ΝΑΙ όχι απλώς χάνεται η ευκαιρία διαπραγμάτευσης, αλλά νομιμοποιείται επί τη βάση της αυτή η πολιτική, της οποίας η ένταση ενδέχεται να αυξηθεί, με το όποιο αντίκρισμα αυτό αναμένεται να έχει επί της κοινωνίας.

2ον Το ΟΧΙ συνεπάγεται επίσης και αποδοκιμασία της στάσεως ορισμένων εκ των Δανειστών. Υπάρχει έντονο το αίσθημα σημαντικής εκχώρησης μέρους της κυριαρχίας μας με την υπογραφή των Μνημονίων και η εξωτερική παρέμβαση με την ένταση που περικλείει, εγείρει πολλές φορές ερωτήματα δημοκρατικότητας. Αυτό που συνήθως ακούγεται είναι το εξής: Μπορεί ο Χ,Ψ,Α Υπουργός/Πρωθυπουργός της Χ,Ψ,Α χώρας να μας υποδεικνύει ανενδοίαστα τι και ποιον θα ψηφίσουμε; Η τακτική επίσης των εταίρων σε επίπεδο διαπραγμάτευσης δεν είναι αψεγάδιαστη και έχει συνεισφέρει και αυτή, με τη σειρά της, στην επιδείνωση του αισθήματος κοινωνικής απογοήτευσης που επικρατεί στην Ελλάδα. Το κύριο πρόβλημα που προκάλεσε την κρίση της εμπιστοσύνης στην Ε.Ε. στην Ελλάδα, αλλά και στα υπόλοιπα κράτη-μέλη ήταν η μη εφαρμογή των κανόνων διαφάνειας. Η Ελλάδα για παράδειγμα εισχώρησε στην Νομισματική Ένωση, εν γνώσει της Ένωσης μη πληρώντας πλήρως τις  προϋποθέσεις, παραβιάζοντας αμφότερες και οι δύο πλευρές τους κανόνες.

3ον Το ΟΧΙ επίσης λέγεται ότι δεν τόσο επικίνδυνο όσο παρουσιάζεται λόγω της γεωπολιτικής θέσης της Ελλάδας. Πέραν του ότι μια επικείμενη έξοδος της χώρας από την Ε.Ε. θα οδηγούσε την Ελλάδα σε αναζήτηση νέων συμμάχων, με πρώτο και κύριο τη Ρωσία, η οποία ως εκ τούτου θα έβγαινε πιο χαμηλά στη Μεσόγειο, ελλοχεύει ο κίνδυνος τα υπάρχοντα παιχνίδια γεωπολιτικής στην Ανατολική Μεσόγειο να μεταδοθούν και στις υπόλοιπες χώρες της Μεσογείου. Στις διενέξεις ήδη συγκαταλέγονται η κατάσταση ανάμεσα στον Λίβανο και το Ισραήλ, η ισραηλινο-παλαιστινιακή σύγκρουση, το Κυπριακό και οι τεταμένες σχέσεις της Τουρκίας με το Ισραήλ. Μια ενδεχόμενη κρίση στην Ελλάδα, η οποία αδύναμη, δεν θα τελεί υπό την προστασία της Ε.Ε. και ενδεχομένως να τελεί και σε κλίμα έντονου εσωτερικού διχασμού μπορεί να ανοίξει τον ασκό του Αιόλου και για άλλες συγκρούσεις, ιδίως λόγω του ελέγχου επί των ενεργειακών πόρων, ο οποίος αποτελεί ένα σημαντικό διακύβευμα. Αυτή μετά η αποσταθεροποίηση, σε συνδυασμό με την αθρόα εκροή μεταναστών και προσφύγων, μπορεί ενδεχομένως να μεταγγιστεί και σε διπλανές χώρες με πρώτη και κύρια την Ιταλία. Συνεπώς, η διακοπή των διαπραγματεύσεων με την Ελλάδα, δεν είναι  και τόσο επιθυμητή από τους Δανειστές, αφού πέραν του οικονομικού ντόμινο, ενυπάρχει και ο πιο σοβαρός κίνδυνος ανοίγματος ενός γεωπολιτικού ντόμινο, άκρως επικίνδυνου για την Μεσόγειο.

Β. Ωστόσο, από την άλλη και ο αντίλογος  υπέρ του ΝΑΙ είναι εξίσου σημαντικός:

1ονΤο ΝΑΙ είναι αναγκαίο για να μείνουμε εντός Ευρωζώνης και ενδεχομένως εντός Ε.Ε.. Για να αιτιολογηθεί όμως αυτή η θέση και να θεωρηθεί ως παραδοχή, είναι απαραίτητο να γνωρίζουμε ορισμένα πράγματα επί του καθεστώτος των Συνθηκών, που διέπουν την παρούσα σχέση.

Αρχικά, σύμφωνα με την απόφαση 668/2012 του ΣτΕ το Μνημόνιο είναι ένα «πλέγμα κανόνων» δεν αποτελεί διεθνή συμφωνία, εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 28 παρ. 2 του Συντάγματος, εφ’ όσον με αυτήν δεν μεταβιβάζονται σε όργανα διεθνών οργανισμών αρμοδιότητες που, κατά το Σύνταγμα, ασκούνται από όργανα της Ελληνικής Πολιτείας. Το πλέγμα αυτό όμως των διατάξεων, το οποίο στην πράξη διαχειρίζεται την έλλειψη δημοσιονομικής πειθαρχίας και ρυθμίζει τον ρυθμό προσαρμογής ενός κράτους, ερίδεται στις καταστατικές συνθήκες της ΕΕ τις οποίες η Ελλάδα έχει κυρώσει κανονικά ως κράτος-μέλος της Ευρωζώνης. Επομένως οι υποχρεώσεις δημοσιονομικής υπευθυνότητας της Ελλάδας πηγάζουν από τις συνθήκες της ΕΕ και την ίδια την συμμετοχή μας στο Ευρώ και συγκεκριμένα το άρθρο 126 της Συνθήκης για την Λειτουργία της ΕΕ[1] και είναι υποχρεώσεις που η ευρωζώνη απαιτεί από κάθε κράτος-μέλος της να πληροί, με στόχο κυρίως την προστασία της Νομισματικής Ένωσης. Με άλλα λόγια, ο λόγος ύπαρξης των Μνημονίων έγκειται στο ότι «η συνέχιση του προγράμματος βοήθειας προς την Ελλάδα χωρίς τους αυστηρούς κανόνες δημοσιονομικής υπευθυνότητας που επιβάλουν οι Συνθήκες αλλά και οι σημερινές δανειακές συμφωνίες, θα ήταν αντίθετη στις καταστατικές αρχές της νομισματικής ένωσης».[2]

Μπορεί όμως ένα ΟΧΙ να οδηγήσει σε έξοδο από την Ευρωζώνη και συνεπάγεται η έξοδος αυτή και έξοδο από την Ε.Ε.;

Καταρχήν σύμφωνα με την αρχή «pacta sunt servanda», τη στιγμή που ένα κράτος προσχωρήσει σε μία διεθνή/ενωσιακή σύμβαση, αναλάβει δηλαδή υποχρεώσεις έναντι άλλων, αυτοπεριορίζοντας έτσι και το εύρος των κυριαρχικών του δικαιωμάτων, αποχωρεί με συγκεκριμένες προϋποθέσεις από τη σύμβαση αυτή. Πρέπει όμως να υπογραμμίσουμε στο σημείο αυτό ότι, το σχήμα μεταφοράς κυριαρχίας στο πλαίσιο του Ενωσιακού δικαίου παρουσιάζει μια μοναδική ιδιομορφία: μεταφορά κυριαρχίας προς όφελος μίας υπερεθνικής οντότητας (προς τα πάνω) και παράλληλα προς όφελος των πολιτών (προς τα κάτω), με στόχο την ολοένα και στενότερη ευρωπαϊκή ενοποίηση[3]. Σύμφωνα με τις υπάρχουσες συνθήκες, άμεσα δικαίωμα εξόδου ή αποπομπή από την Ευρωζώνη δεν προβλέπεται. Προβλέπεται όμως εθελούσια αποχώρηση κράτους-μέλους από την Ε.Ε. βάση του άρθρου 50 ΣΕΕ. Α maiore ad minus λοιπόν, εφόσον αναγνωρίζεται ρητά το ως άνω δικαίωμα εθελούσιας αποχώρησης από την Ε.Ε., δεν μπορεί παρά να θεμελιώνεται και το αντίστοιχο δικαίωμα κράτους-μέλους να υπαναχωρήσει από ένα επίπεδο αυτής, ένα υποσύνολο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, μία «στενότερη ένωση», την ευρωζώνη[4]. Η εθελουσία όμως έξοδος από την ευρωζώνη δεν ισοδυναμεί και με αυτοδίκαιη έξοδο από την Ε.Ε.[5], αλλά συνεπάγεται την έναρξη μιας σειράς γεγονότων που κατά λογική αναγκαιότητα ενδέχεται βάσιμα να καταλήξουν σε αυτή.

Για να γίνουμε πιο σαφείς, η Ελλάδα έχασε ήδη την πληρωμή του ΔΝΤ στις 30 Ιουνίου. Με ένα «ΟΧΙ» όμως, η Κυβέρνηση νομιμοποιείται να μην προβεί άμεσα σε συμφωνία με τους εταίρους και να συνεχίσει με τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσε έως τώρα τη διαπραγμάτευση, παρά τις άμεσες εκφράσεις έλλειψης εμπιστοσύνης υψηλόβαθμων αξιωματούχων σε βάρος της Κυβέρνησης[6] και της βάσιμης πλέον δυσκολίας που έχουν τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη να περάσουν τα μέτρα από τα εθνικά τους Κοινοβούλια. Συνεπώς γίνεται ορατός και ο κίνδυνος να παραμείνουν στον αέρα και οι πληρωμές στην ΕΚΤ στις 20 Ιουλίου. Και για τα δύο γεγονότα το EFSF έχει δικαίωμα να κάνει αμέσως απαιτητά τα δάνεια του (με cross default, ρήτρα 9.1 της Master Finanicial Assistance Facility Agreement, 12 Δεκεμβρίου 2012), γεγονός που καθιστά οριστική την πτώχευση της Ελλάδας.[7]

Έστω όμως ότι και αν ο EFSF αφήσει ένα χρονικό περιθώριο αντίδρασης, δεδομένης της αβεβαιότητας και του ότι οι εταίροι δεν θα λαμβάνουν επιπλέον εγγυήσεις ότι η Ελλάδα θα τηρήσει τους κανόνες, ενώ η οικονομία είναι στα πρόθυρα παράλυσης, οι εναλλακτικές είναι δύο: α) παραίτηση και εκλογές ή β) εθνικοποίηση των τραπεζών και ανακεφαλαιοποίηση. Η δεύτερη όμως εκδοχή μπορεί να γίνει μόνο με δραχμή ή, όπως υποστηρίζεται από ορισμένους, και με υποσχετικές (I.Ο.U.) (!), που θα μας κρατήσουν στο Ευρώ. Εντούτοις, κάθε μονομερής νομισματική ενέργεια προσκρούει ευθέως στο άρθρο 3 της ΣΕΕ, το οποίο ορίζει ότι: «Η Ένωση έχει αποκλειστική αρμοδιότητα στους ακόλουθους τομείς: .. γ) νομισματική πολιτική για τα κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ». Η αρχή αυτή εξειδικεύεται σε άλλες επιμέρους διατάξεις των Συνθηκών και του δικαίου της ΕΕ, π.χ. άρθρο 128 που ορίζει ότι την έκδοση Ευρώ την κάνει αποκλειστικά η ΕΚΤ. Αυτό σημαίνει ότι κάθε μονομερής ενέργεια της Ελλάδας θα ήταν παράνομη και ανίσχυρη[8]. Υπό αυτό το νομικό αδιέξοδο η Ελλάδα θα αναγκαστεί μετά ή να υπογράψει ο,τιδήποτε της ζητήσουν-όσο επαχθές και αν είναι αυτό- ή να αιτηθεί εθελούσια την έξοδο της από την Ευρωζώνη και τη μετάβαση της σε ένα καθεστώς δραχμής.

Δεδομένου όμως ότι δεν υπάρχει ευθεία νομική ρύθμιση, όπως προαναφέρθηκε, για την έξοδο από την ευρωζώνη και συνεπώς και ειδική προστατευτική ρύθμιση συγκεκριμένα με την οποία να απαγορεύεται η άρση ορισμένων αιτημάτων κατά τη διάρκεια διαπραγματεύσεων μετάβασης στο νέο καθεστώς, που θα διέπει τις σχέσεις του κράτους με την Ένωση, όπως για παράδειγμα το αίτημα πλήρους εθελούσιας αποχώρησης από την Ε.Ε., είναι πολύ πιθανό το ενδεχόμενο η Ελλάδα να βρεθεί ενώπιον ενός τέτοιου αιτήματος-ανταλλάγματος παρά την αυστηρότητα των διατάξεων για πλήρη έξοδο (άλλωστε και οι συνθήκες εισδοχής ενός κράτους εντός Ε.Ε. και οι διαπραγματεύσεις είναι πολύ αυστηρές). Αυτό μπορεί να συμβεί για διαφόρους λόγους είτε για να καταστεί σεβαστή και πάγια η αρχή της Ευρωζώνης ότι δεν νοείται έξοδος από το Ευρώ όσο μια χώρα είναι μέλος της Ε.Ε., είτε για να αποτραπούν ανάλογες συμπεριφορές στο μέλλον από άλλες χώρες, είτε για να διαλυθούν ακόμα οι αμφιβολίες των αγορών για την αποφασιστικότητα της Ευρωζώνης[9], με συνέπεια ακολούθως και την αποκατάσταση του κλίματος εμπιστοσύνης των πολιτών σε αυτή και στη συνέχεια περιορισμού του διάχυτου σήμερα ευρωσκεπτικισμού.

Με το ΝΑΙ λοιπόν δεν νομιμοποιείται η επιλογή της κυβέρνησης σε μια κατεύθυνση εξόδου, σε αντίθεση με το ΟΧΙ, το οποίο μεταθέτει το κόστος των επιλογών στο λαό και στην πράξη της αφήνει περιθώριο «να πέσει στα μαλακά», αφού και στις δύο περιπτώσεις το τελικό δίλημμα είναι Σκληρά Μέτρα ή Έξοδος. Σε κάθε δηλαδή περίπτωση διαπραγμάτευση μετά το δημοψήφισμα θα υπάρξει, όπως υπόσχεται η Κυβέρνηση. Το καίριο όμως ερώτημα είναι το προς το ποια κατεύθυνση θα είναι αυτή, της Εξόδου ή της Παραμονής; Η Ευρώπη άλλωστε έχει πλέον πολύ περισσότερα εργαλεία για να αντιμετωπίσει μια ενδεχόμενη ελληνική χρεωκοπία και να περιορίσει τη μετάγγιση της κρίσης στην περίπτωση του ΟΧΙ, του οποίου οι επιπτώσεις για την οικονομία μπορεί να είναι πολύ χειρότερες από ένα ΝΑΙ.

2ονΤο ΝΑΙ είναι συνιστά μια στοιχειώδη εγγύηση για τη χρηματοπιστωτική ασφάλεια αλλά και για την πορεία προς αναδιάρθρωση. Με το ΝΑΙ και την συνεργασία με την Ε.Ε. , κάποια στιγμή θα γίνουν τουλάχιστον 5 από τις 15 διαρθρωτικές αλλαγές, που πρέπει να γίνουν για να αναμορφωθεί η Διοίκηση και να εκσυγχρονιστεί εν γένει το Ελληνικό Κράτος και η εικόνα που έχει προς τα έξω. Το μοντέλο του ισχύοντος κομματικού κράτους, το οποίο συνοδεύεται από διαφθορά, πελατειακές σχέσεις, χαμηλό πολιτικό ήθος κ.ο.κ. δεν μπορεί παρά να αλλάξει, χωρίς εξωτερική βοήθεια, αφού όποια Κυβέρνηση δεχτεί να επωμιστεί το πολιτικό κόστος αυτών των αλλαγών, πιθανώς να κινδυνεύει να μην είναι αρεστή εσωτερικά. Άλλωστε ήδη βασικές από τις κινήσεις της Κυβέρνησης, όπως εξαγγελίες του τύπου «Η αριστεία είναι  ρετσίνια», η επαναφορά του μέτρου των αιωνίων φοιτητών, η επαναπρόσληψη χωρίς αξιολόγηση μελών της ΕΡΤ κ.ά. καταδεικνύουν σαφώς βούληση επαναφοράς σε ένα προηγούμενο  πελατειακό καθεστώς, αλλά ακόμη χειρότερα δηλώσεις όπως «οι Ένοπλες Δυνάμεις της χώρας διασφαλίζουν τη σταθερότητα στο εσωτερικό» παραπέμπουν σε δηλώσεις αξιωματούχων ολοκληρωτικών καθεστώτων. Το κρίσιμο ζήτημα, το οποίο πρέπει να αναλογιστεί κανείς είναι αν εμπιστεύεται το παρόν ελληνικό πολιτικό προσωπικό της χώρας να μας βγάλει από την κρίση. Οι κινήσεις όμως με τις οποίες διεξήχθη μέχρι τώρα και η διαπραγμάτευση προσανατολίζουν στο αντίθετο, αφού βασικοί θεσμοί απαξιώθηκαν με την προσωπική στάση-συμπεριφορά των ιδίων των φορέων, όπως ο θεσμός του Προέδρου της Βουλής των Ελλήνων αλλά και η εικόνα της διαπραγμάτευσης που βγήκε προς τα έξω ήταν συγκεχυμένη, με τον Υπουργό Οικονομικών, για παράδειγμα, να αποδομεί προσωπικά την εικόνα του με κινήσεις-φωτογραφήσεις lifestyle, εν τω μέσω κρίσιμων διαπραγματεύσεων, που μετά αυτοαναιρούσε κ.ά. Όμως και η εμπιστοσύνη σε προηγούμενες κυβερνήσεις αντίθετου πολιτικού προσανατολισμού, που έδρασαν υπό το παλαιό καθεστώς, είναι υπό αμφισβήτηση. Αυτοί είναι άλλωστε που διπλασίασαν το χρέος και έφεραν την Ελλάδα στα όρια της χρεωκοπίας. Η ανάγκη όμως για σταδιακή αναπροσαρμογή είναι μεγαλύτερη και στο πλαίσιο, μάλιστα, του διεθνούς πολιτικού ανταγωνισμού, με γειτονικές χώρες όπως η Τουρκία, να αναπτύσσονται με γοργούς ρυθμούς, προτεραιότητα έχει συνήθως μια τέτοια ανάγκη.

Συνεπώς αν δεν εμπιστεύεται κανένα ο έλληνας πολίτης σήμερα στο εσωτερικό για τον βοηθήσει να βγει από την κρίση, πρέπει να σκεφτεί σοβαρά το ενδεχόμενο αν πρέπει και με ποιους όρους να εμπιστευτεί εξωτερικούς παράγοντες. Η Ε.Ε., παρά τις όποιες μέχρι τώρα ενδείξεις που έχει, τουλάχιστον προσφέρει χρηματοπιστωτική ασφάλεια και ρευστότητα στην αγορά. Οι υπόλοιποι εξωτερικοί παράγοντες στους οποίους θα προστρέξει η χώρα προς βοήθεια, τι εγγυήσεις προσφέρουν και με τι ανταλλάγματα; Αν κρίνει κάποιος ότι με τους υπάρχοντες όρους, η συμφωνία με την Ε.Ε. είναι η καλύτερη δυνατή ή η λιγότερο χειρότερη διεθνής συνεργασία που μπορεί να έχει,  τότε ίσως καλύτερα να κατευθυνθεί προς το ΝΑΙ προκειμένου να διασφαλίσει τη συνεργασία με αυτή.

3ονΤο ΝΑΙ διασφαλίζει την ενισχυμένη γεωπολιτική δύναμη της Ελλάδας. Η γεωστρατηγική δύναμη της χώρας ενισχύεται εντός Ε.Ε.. Η Ελλάδα γίνεται πιο προσφιλής σύμμαχος για παράδειγμα της Ρωσίας ή της Αμερικής, αλλά και άλλων χωρών, με την ιδιότητα κράτους-μέλους της Ε.Ε., αφού αυξάνει την προοπτική εισόδου ή έμμεσης τουλάχιστον επιρροής τους στο πλαίσιο μιας ευρύτερης συμμαχίας και των ωφελημάτων, εμπορικών, ενεργειακών κ.ά. που αυτή εμπερικλείει.

Γ. Για την προοπτική της ΑΠΟΧΗΣ, πρέπει αρχικά να επισημάνουμε ότι προκειμένου αυτή να έχει αποτέλεσμα πρέπει να μην προσέλθει παραπάνω από το 40% του εγγεγραμμένου στους εκλογικούς καταλόγους της χώρας πληθυσμού. Για να κατανοήσει όμως κάποιος τον πυρήνα αυτής της επιλογής, πρέπει να ξέρει ότι τούτος έγκειται κυρίως στη μη βούληση νομιμοποίησης του τρόπου διεξαγωγής του παρόντος Δημοψηφίσματος.

Κρίσιμο είναι ως εκ τούτου να ληφθούν  υπόψη αρχικά ορισμένες βασικές πληροφορίες για το ισχύον καθεστώς επί της διεξαγωγής δημοψηφίσματος στην Ελλάδα.

Στο άρθρο 44 παρ. 2 του Συντάγματος προβλέπονται δύο περιπτώσεις δημοψηφισμάτων:

α) Το «προληπτικό» Δημοψήφισμα για «κρίσιμο εθνικό θέμα». Για την περίπτωση αυτή απαιτείται πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου και απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας του όλου αριθμού των βουλευτών, δηλαδή 151 βουλευτές.

β) Το «επικυρωτικό» Δημοψήφισμα για «ψηφισμένα νομοσχέδια που ρυθμίζουν σοβαρό κοινωνικό ζήτημα, εκτός από τα δημοσιονομικά». Για την περίπτωση αυτή προϋποτίθεται πρόταση  των δύο πέμπτων των βουλευτών, δηλαδή 120 βουλευτές και απόφαση τριών πέμπτων, δηλαδή 180 βουλευτές.

Τα δημοσιονομικά δημοψηφίσματα αποκλείονται, όταν συντρέχει ο όρος του «ψηφισμένου νομοσχεδίου», αλλιώς μιλάμε για ευθεία παραβίαση του Συντάγματος. Ως προς τον ορισμό του «κρίσιμου εθνικού θέματος», η Βουλή έχει όμως ευρεία διακριτική ευχέρεια.  Επιπλέον, ως προς το χρόνο και τις συνθήκες διεξαγωγής του, ο Ν.4023/2011 που εξειδικεύει την διαδικασία του δημοψηφίσματος, ορίζει ότι το δημοψήφισμα διενεργείται εντός 30 ημερών από το προεδρικό διάταγμα που το προκηρύσσει. Ποιος όμως ελέγχει το Προεδρικό Διάταγμα; Συγκεκριμένα το Προεδρικό Διάταγμα προκήρυξης του δημοψηφίσματος δεν συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη αλλά άσκηση της αρμοδιότητας του Προέδρου της Δημοκρατίας ως ρυθμιστή του πολιτεύματος[10].  Επίσης o λόγος ακυρώσεως που αφορά τη σαφήνεια του ερωτήματος δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής εκτίμησης, διότι το περιεχόμενο του ερωτήματος συνιστά ουσιαστική κρίση της κυβέρνησης και της Βουλής[11]. Το ίδιο το ΑΕΔ επίσης σύμφωνα με το άρθρο 100 του Συντάγματος προβαίνει μόνο σε έλεγχο του κύρους και των αποτελεσμάτων του δημοψηφίσματος που ενεργείται κατά το άρθρο 44 παράγραφος 2. Δεν υπάρχει Συνταγματικό Δικαστήριο που να ελέγχει τη Συνταγματικότητα του Δημοψηφίσματος.

Επομένως με βάση το νόμο δεν τίθεται κάποιο minimum ημερών που πρέπει να περάσουν για διαβούλευση επί του δημοψηφίσματος, παρά των Κώδικα Καλών Πρακτικών του Συμβουλίου της Ευρώπης, ο οποίος επιτάσσει «Τόσο το κείμενο όσο και το επεξηγηματικό υπόμνημα ή το ισόρροπο προωθητικό υλικό πρέπει να αποστέλλονται απευθείας στους πολίτες σε επαρκή χρόνο πριν την ψηφοφορία (τουλάχιστον δύο εβδομάδες πριν).». Ωστόσο, οι διατάξεις για τις καλές πρακτικές για την ποιότητα της Δημοκρατίας, κατά το Συμβούλιο της Ευρώπης δεν έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα και τυπική ισχύ όπως το συνταγματικό δίκαιο ή η εθνική νομοθεσία, αλλά λαμβάνονται υπόψη από δικαστικές αρχές, για να διαπιστωθεί αν υπάρχουν παραβάσεις δεσμευτικών κανόνων[12]. Να επισημανθεί επίσης ότι εφόσον το ερώτημα που τίθεται είναι η συμφωνία της 25.06.2015 και όχι το ευρώ ή δραχμή ή το ευρώ ή έξοδος από την Ε.Ε., η έναρξη επί της διαβούλευσης επί των συγκεκριμένων θεμάτων διαπραγμάτευσης, δεν μπορεί παρά να ξεκινήσει από την δεδομένη χρονική στιγμή της δοθείσας συμφωνίας, αφού αυτή διαπραγματευόμαστε!

Εκείνο όμως που είναι κρίσιμο για το παρόν δημοψήφισμα και ενδεχομένως να συνιστά παράβαση κατ’ ουσίαν διάταξης νόμου, η οποία όμως δεν ελέγχεται δικαστικά, είναι το αν μπορεί να τεθεί ερώτημα υπό την αίρεση βούλησης τρίτου, η οποία δεν ήταν δεσμευτική, όπως προέκυψε και από τα κείμενα που ήλθαν στη Βουλή, τα οποία ήταν ανυπόγραφα προσχέδια αλλά και από τις μετέπειτα μεταβολές των δηλώσεων των αξιωματούχων της Ε.Ε. ή των κρατών μελών της Ε.Ε.. Επιπλέον αν το ερώτημα είναι ευρωπαϊκή πορεία της χώρας ή όχι βάσει των δύο συμφωνιών, είναι ασαφές και υπαινικτικό, αφού ο μέσος έλληνας ψηφοφόρος δεν θα έχει αποσαφηνίσει τι ακριβώς πρόκειται να διαλέξει με το ΟΧΙ ή το ΝΑΙ, με  το οποίο καλείται να απαντήσει.

Είναι τέλος η πρώτη φόρα στην ιστορία του σύγχρονου ελληνικού κράτους που συντελέστηκε διορισμός δικαστικών αντιπροσώπων με ΠΝΠ λόγω της σύντμησης του χρονικού περιθωρίου διεξαγωγής του.

Ελπίζω η καταγραφή όλων αυτών των απόψεων να βοηθήσει να διαλευκανθούν κάπως τα ερωτήματα και τα διλήμματα που θέτει αυτό το Δημοψήφισμα και αυτό γιατί είναι αναγκαίο να γνωρίζουμε ότι στην πολιτική συνήθως κερδίζει αυτός που κάνει καλύτερο παιχνίδι εντυπώσεων και όχι αυτός που έχει πάντα δίκιο και θα είναι πιο αποτελεσματικός. Το ερώτημα λοιπόν που πρέπει να θέσει ένας πολίτης, αν θέλει να σκεφτεί πέρα από κόμματα, το προσωπικό συμφέρον και κατά βάση πατριωτικά, τη στιγμή που θα βρεθεί ενώπιον της κάλπης, είναι το ποια Ελλάδα θέλει να φτιάξει, ποια θέλει να είναι η εικόνα της χώρας εσωτερικά και σε διεθνές επίπεδο, πώς και σε ποια Ευρώπη θέλει-αν θέλει- να συμμετάσχουμε, πώς θέλει να διεξαχθεί η διαπραγμάτευση και το κυριότερο, πώς θέλει να επιμεριστεί τελικά η ευθύνη και το κόστος των πολιτικών επιλογών του.

 


[1] Βλ. αναλυτικά Παύλος Ελευθεριάδης, «ΟΙ ΝΟΜΙΚΕΣ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗΣ», Protagon 23/1/2015

[2]ibid

[3]Μανώλης Περάκης, «Η νομική διάσταση της εξόδου κράτους μέλους από τη ζώνη του ευρώ ή και από την Ευρωπαϊκή Ένωση υπό το φως του διεθνούς και του ενωσιακού δικαίου»,www.academia.edu, σελ. 5

[4]Βλ. όπ.π., Μανώλης Περάκης, σελ. 13

[5]Βλ.όπ.π., Μανώλης Περάκης, σελ. 16

[6]Βλ. χαρακτηριστικά Δηλώσεις Προέδρου Γιούνκερ 29.06.2015, http://europa.eu/rapid/press-release_SPEECH-15-5274_en.htm

[7]Παύλος Ελευθεριάδης, «Τι σημαίνει το “Όχι” στο δημοψήφισμα», http://news247.gr

[8]ibid

[9]ibid

[10] Κώστας Χρυσόγονος, «Ελάχιστες πιθανότητες να ακυρώσει το ΣτΕ το δημοψήφισμα», http://www.presspublica.gr/

[11] ibid

Παλαιότερα άρθρα: