Μπορεί η Μόσχα να βοηθήσει την Ελλάδα;

russiagreece722015
Διαβάστε επίσης

Mια ψύχραιμη ανάλυση για το μέλλον των ελληνορωσικών σχέσεων σε πολιτικό, διπλωματικό, οικονομικό και ενεργειακό επίπεδο.

του ΑΛΕΞΑΝΤΕΡ ΜΠΑΟΥΝΟΦ*
Η επίσκεψη του Ελληνα πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα στη Μόσχα προκάλεσε κύματα ανησυχίας στα ήδη ταραγμένα ευρωπαϊκά νερά και άφησε τον κόσμο να αναρωτιέται με κομμένη την ανάσα: Είναι η Ρωσία σε θέση να διχάσει την Ευρωπαϊκή Ενωση, εκμεταλλευόμενη τον πλέον αδύναμο κρίκο; Μπορεί η Ελλάδα να σωθεί από τη χρεοκοπία χωρίς τη δυτική παρέμβαση; Τα δύο ερωτήματα είναι αλληλένδετα. Αν η Ρωσία αποφασίσει να σώσει την Ελλάδα, ερήμην της Δύσης, τότε θα θελήσει ως αντάλλαγμα τη διάλυση της Ευρώπης. Ηταν ακριβώς αυτό που η Ε.Ε. φοβόταν περισσότερο από την ημέρα που ανέβηκε στην εξουσία ο ΣΥΡΙΖΑ. Ευρωπαίοι πολιτικοί προειδοποιούσαν εξαρχής τον κ. Τσίπρα να μη μετατρέψει σε διαπραγματευτικό του χαρτί στις συνομιλίες για το ελληνικό χρέος το ζήτημα των κυρώσεων κατά της Ρωσίας.

Είναι όμως η Ρωσία πρόθυμη και ικανή να σώσει την Ελλάδα; Και είναι όντως τόσο κοντά στη Ρωσία η ελληνική κυβέρνηση ώστε να είναι έτοιμη να ανταλλάξει την Ευρώπη με τον Βλαντιμίρ Πούτιν; Η απάντηση είναι αρνητική και στα δύο αυτά ερωτήματα. Δεν είναι η πρώτη φορά που ένας Ελληνας ηγέτης πάει στη Μόσχα για να σώσει τη χώρα του. Ο πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου εμφανίστηκε στη ρωσική πρωτεύουσα δέκα ημέρες μετά το διάγγελμα της 10ης Φεβρουαρίου 2010, όταν ενημέρωνε τον λαό για την οικονομική στενωπό της χώρας. Επιπλέον, στράφηκε προς τη Ρωσία προτού απευθυνθεί στις ΗΠΑ. Εκείνη την εποχή ο κ. Πούτιν θα μπορούσε να ζητήσει από τις ρωσικές τράπεζες να αγοράσουν μαζικά ελληνικά ομόλογα, αλλά δεν έκανε τίποτα τέτοιο. Αντ’ αυτού, απλώς επανέλαβε το ρωσικό ενδιαφέρον για κάποιες σημαντικές υποδομές στην Ελλάδα.

Αυτά σε μια εποχή που η τιμή του πετρελαίου ήταν σε υψηλά επίπεδα, η Ρωσία μπορούσε να εξασφαλίσει δάνεια από το εξωτερικό και η Ευρώπη δεν ήταν τόσο επικριτική για τις στενές σχέσεις με τη Μόσχα. Σήμερα ο μόνος τρόπος για να βοηθήσει ο Πούτιν την Ελλάδα είναι να αγοράσει κάτι που χρειάζεται η Ρωσία. Το πρόβλημα είναι πως οι Ελληνες θέλουν επενδύσεις, αλλά επιμένουν να διατηρούν το μάνατζμεντ, π.χ. ενός διυλιστηρίου κοντά στη Θεσσαλονίκη, της ΔΕΠΑ ή του ΟΣΕ. Ο χριστιανός ορθόδοξος επιχειρηματίας Βλαντιμίρ Γιακούνιν, επικεφαλής των ρωσικών σιδηροδρόμων, ήταν επί μακρόν οπαδός όλων των ελληνικών ή παλαιστινιακών υποδομών και, πιθανότατα, χωρίς να έχει συγκεκριμένο μπίζνες πλαν, θα αγόραζε οτιδήποτε του εξασφάλιζε δρόμους στην κοιτίδα της Χριστιανικής Ορθοδοξίας. Θα μπορούσαμε να τις χαρακτηρίσουμε θρησκευτικά υποκινούμενες επενδύσεις, όπως οι πασχαλιάτικες ναυλωμένες πτήσεις του που μεταφέρουν το Αγιο Φως από την Ιερουσαλήμ στη Μόσχα. Η συμμετοχή της Ελλάδας στον Turkish Stream, τον νέο αγωγό, είναι άλλο ζήτημα.

Πρόκειται για έναν τεράστιο ρωσικό αγωγό με προορισμό την Ευρώπη μέσω Βαλκανίων, κατά μήκος του βυθού της Μαύρης Θάλασσας, που θα παρακάμπτει την Ουκρανία. Αυτό είναι ακριβώς που απεύχονται οι Ευρωπαίοι και γι’ αυτό άλλωστε κατέρρευσαν οι συζητήσεις για τον South Stream. Η Ρωσία απλώς αντικατέστησε τη Βουλγαρία με την Τουρκία. Τώρα όμως η Ρωσία χρειάζεται την Ελλάδα για να φτάσει ο αγωγός στην Ευρώπη. Την ημέρα που έφτασε στη Μόσχα ο κ. Τσίπρας, επιβεβαιώθηκε ότι η Ελλάδα, η Ουγγαρία, η Σερβία, η ΠΓΔΜ και η Τουρκία επιθυμούν να συμμετάσχουν στον πρώτο γύρο ουσιαστικών συνομιλιών επί του θέματος, στη Βουδαπέστη. Στο μεταξύ ο Ελληνας πρωθυπουργός μετονόμασε το σχέδιο Greek Stream, το ίδιο κόλπο που έκαναν κάποτε οι Ελληνες με τον τουρκικό καφέ. Αυτό από μόνο του θα αρκούσε για να δικαιολογήσει την επίσκεψη Τσίπρα στη Ρωσία.

Αν προσθέσουμε και την αόριστη υπόσχεση της Μόσχας ότι κάποια στιγμή θα απαλειφθούν από τη λίστα ρωσικών αντιποίνων στις κυρώσεις τα ελληνικά ροδάκινα, τότε είναι λογικό που ο κ. Τσίπρας επέστρεψε στην πατρίδα του κουρασμένος, πλην ευτυχής. Πάντως, Μεσσίας της χώρας του δεν έγινε. Ο κ. Πούτιν ουσιαστικά επανέλαβε όσα είχε πει στον Γιώργο Παπανδρέου πριν από πέντε χρόνια, αφού η Μόσχα δεν μπορεί με κανένα τρόπο να λύσει το πρόβλημα της Ελλάδας. Δεν υπάρχει τίποτα μαρξιστικό στη φιλοδοξία του κ. Τσίπρα να γίνει η χώρα του ενεργειακό κέντρο για τη Ρωσία και την Ανατολική Ευρώπη. Ανάλογες προσπάθειες είχαν καταβάλει πολλές διαφορετικές κυβερνήσεις, από την Κεντροδεξιά μέχρι την Κεντροαριστερά και τώρα συνεχίζονται από τον ΣΥΡΙΖΑ.

Αφότου ανήλθε στην εξουσία, υπήρξαν εικασίες ότι η νίκη Τσίπρα χρηματοδοτήθηκε από τη Ρωσία και πως κάποια μέλη του υπουργικού του συμβουλίου εργάζονται για την FSB, τη διάδοχη υπηρεσία της KGB. Αντιδυτικές και αντιαμερικανικές δηλώσεις εκ μέρους του ίδιου και άλλων συνεργατών του παρουσιάστηκαν ως αποδεικτικά στοιχεία γι’ αυτά τα σενάρια. Εκτενώς καλύφθηκαν εξάλλου τα ταξίδια του σημερινού υπουργού Εξωτερικών Νίκου Κοτζιά στη Ρωσία, μετά την προσάρτηση της Κριμαίας, και των επαφών του υπουργού Αμυνας Πάνου Καμμένου με Ρώσους επιχειρηματίες. Συνολικά η Ελλάδα συνειδητοποιεί ότι το κλειδί για να εδραιωθεί στην καρδιά της τρέχουσας ρωσικής ηγεσίας περιλαμβάνει το γνωστό σύνθημα περί παραδοσιακών σχέσεων μεταξύ ορθόδοξων χωρών καθώς και τη νοσταλγία για έναν πολυ-πολικό κόσμο, σε συνδυασμό με επικρίσεις για τις ΗΠΑ και την ευρωπαϊκή γραφειοκρατία. Ολα αυτά όμως αποτελούν κοινό τόπο για τους Ελληνες, συνεπώς είναι περιττό για τις ρωσικές μυστικές υπηρεσίες να στρατολογήσουν τον οιονδήποτε.

Οι Ελληνες, ειδικά οι διανοούμενοι, αισθάνονται ότι η Δύση επέβαλε τον καπιταλισμό στη χώρα. Οι δυτικές παρεμβάσεις βρίσκονταν πίσω από την ήττα των κομμουνιστών στον Εμφύλιο, ενώ και ο τελευταίος μαθητής στην Ελλάδα ξέρει ότι οι Ελληνες έφεραν τον χριστιανισμό στη Ρωσία. «Μια επίσκεψη του Ελληνα πρωθυπουργού στη Ρωσία αντιμετωπίζεται ως ιδιαίτερο γεγονός. Δεν το καταλαβαίνω αυτό», είπε στην κοινή συνέντευξη Τύπου ο Βλαντιμίρ Πούτιν. Θα συμφωνήσω με τη συγκεκριμένη αποστροφή. Η Ρωσία ούτε μπορεί ούτε πρόκειται να λούσει την Ελλάδα με χρήματα και η σημερινή κυβέρνηση δεν είναι περισσότερο φιλορωσική από τις προκατόχους της, με τις οποίες η Δύση συνυπήρξε ακόμη και στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου.

* Ο κ. Αλεξάντερ Μπαούνοφ είναι ερευνητής του κέντρου του Ιδρύματος Κάρνεγκι στη Μόσχα.

Παλαιότερα άρθρα: