Ο Δημήτρης Σωτάκης μιλά στην καθηγήτρια ιταλικής γλώσσας, συγγραφέα και εκδότρια Τίνα Ζωγοπούλου, με αφορμή την κυκλοφορία του νέου του βιβλίου

PicCollage
Διαβάστε επίσης

Ο Δημήτρης Σωτάκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1973. Έχει εκδώσει οχτώ μυθιστορήματα και μία συλλογή διηγημάτων. «Το θαύμα της αναπνοής» (2009) κατέκτησε το βραβείο Athens Prize for Literature και ήταν υποψήφιο για το Ευρωπαϊκό Αριστείο Λογοτεχνίας, καθώς  για το βραβείο Jean Monnet στη Γαλλία. Βιβλία του κυκλοφορούν στα γαλλικά, σερβικά, τουρκικά, ολλανδικά, ιταλικά και κινεζικά.

Συνέντευξη στην Τίνα Ζωγοπούλου (Κέντρο Ξένων Γλωσσών και Εκδόσεις Perugia)

Πόσο σημαντικά είναι για σένα τα λογοτεχνικά βραβεία που έχεις λάβει; Τα  επιδιώκεις;
Στην Ελλάδα, σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, τα λογοτεχνικά βραβεία είναι ελάχιστα. Θεωρώ ότι το ζήτημα των βραβείων είναι, κατά κάποιο τρόπο,  ένα ζήτημα που σχετίζεται με την οπτική γωνία που το παρατηρεί κανείς. Σαφώς, πρόκειται για μια επιβράβευση των προσπαθειών σου, αποτελεί μια ευχάριστη στιγμή της πορείας ενός συγγραφέα. Είχα την τύχη να τιμηθώ με το Athens Prize for Literature το 2009, για το μυθιστόρημά μου «Το θαύμα της Αναπνοής».  Αισθάνθηκα μεγάλη χαρά, κυρίως επειδή το βραβείο δόθηκε από ανθρώπους του βιβλίου, από δικούς μου, δηλαδή, ανθρώπους. Το ίδιο μυθιστόρημα, ήταν πέρσι υποψήφιο στη Γαλλία, για το βραβείο Jean Monnet.

Ποιο είναι το λογοτεχνικό σου πρότυπο;
Μικρότερος, είχα αγαπημένους συγγραφείς,. Είχα εξαντληθεί διαβάζοντας τα έργα τους και πάντα αποτελούσαν πρότυπα στη συνείδησή μου. Όσο όμως περνούσαν τα χρόνια, συνειδητοποίησα ότι περισσότερο έχω αγαπημένα βιβλία και όχι συγγραφείς. Θέλω να πω, ότι ένας συγγραφέας κατά τη διάρκεια της ζωής του δεν μπορεί συνεχώς να γράφει αριστουργήματα, κάποια βιβλία είναι καλύτερα από άλλα. Συνεπώς, τώρα πλέον έχω πολύ αγαπημένα βιβλία, βιβλία «κλειδιά» για τη γενική οπτική και άποψή μου για το πώς δομείται και τι είναι για μένα η λογοτεχνία. Τα εν λόγω βιβλία είναι τα πρότυπά μου.

Αλήθεια, γιατί γράφεις;
Γράφω γιατί αυτό ξέρω να κάνω. Η συγγραφή αποτελεί μια διαδικασία κατά την οποία ένα κομμάτι -το σημαντικότερο- του εαυτού μου λειτουργεί υγιώς και με σαφήνεια, Τα βιβλία μου είναι συμβολικά, περιγράφουν τον προβληματισμό γύρω από το πώς διαχειριζόμαστε τη ζωή μας. Άρα γράφω για να δώσω το δικό μου στίγμα γύρω από ζητήματα ανθρωποκεντρικού χαρακτήρα. Αν μπορούσα, ενδεχομένως ίσως έκανα κάτι διαφορετικό, θα ούρλιαζα στους δρόμους ως ένας ημίτρελος προφήτης, όμως δεν έχω τέτοιο χάρισμα, λειτουργώ καλύτερα στη μοναξιά μου, γράφοντας.

Πότε ξεκίνησες να αποκαλείς τον εαυτό σου συγγραφέα;
Ο κόσμος το αποφασίζει αυτό, όχι εσύ ο  ίδιος, οι άνθρωποι του βιβλίου και οι αναγνώστες. Η ιδιότητα του συγγραφέα αποδεικνύεται με τη δουλειά σου, με το πώς και πόσο επηρεάζεις με το έργο σου, με τη «συνομιλία» που έχεις με το κοινό και τους ομότεχνούς σου, μέσα σε αυτές τις συνθήκες γίνεσαι συγγραφέας.

Ποιος ήρωας σου θα ήθελες να είσαι εν ζωή;
Πραγματικά δεν ξέρω, όμως θα σας πω ότι σίγουρα δε θα ήθελα να είμαι ένας από τους δικούς μου ήρωες. Οι δικοί μου ήρωες είναι ψυχωσικοί,  εμμονικοί, αναζητούν μάταια την ευτυχία και επιπλέον διακατέχονται από μια φλύαρη αφέλεια.

Ποιο είναι το πιο βαρετό και το πιο δημιουργικό κομμάτι της διαδικασίας συγγραφής ενός βιβλίου σου;
Πιστεύω πάντα ότι η συγγραφή είναι μια ηδονική αγγαρεία, μια απολαυστική συνθήκη, γεμάτη κόπο και απαιτήσεις, η οποία όμως σε θέλγει διαρκώς. Βαρετό κομμάτι θα χαρακτήριζα το γέμισμα των κενών κάποιων σκηνών, δηλαδή ο έξυπνος τρόπος με τον οποίον οφείλω να καλύψω οτιδήποτε μένει αμήχανο, αίολο, σε ένα γραπτό μου. Το δημιουργικότερο είναι σαφώς η κατασκευή ανύπαρκτων κόσμων, η δημιουργία μιας νέας πραγματικότητας, μιας αλήθειας που προτείνεις στους ανθρώπους, άχρονη και μοναδική.

Πόσο επιβαρυμένη/επιφορτισμένη θεωρείς τη γενιά σου;
Η γενιά μου δεν μεγάλωσε σε άσχημες συνθήκες. Αν κάποιος το πει αυτό είναι άδικος, τουλάχιστον με την έννοια ότι οι προηγούμενες είχαν περάσει δύσκολα. Το κυριότερο πρόβλημα της γενιάς μου, αν πρέπει να εστιάσω κάπου, είναι η επίπλαστη αναγκαιότητα να αποδείξουν κάτι. Να αποδείξουν ότι μπορούν να είναι πετυχημένοι, ότι μπορούν να αισθάνονται νικητές, συχνά πνιγμένοι στη ματαιότητα, χωρίς κανέναν προφανή λόγο. Το ζήτημα είναι τι θα γίνει από δω και πέρα, μιας που το παροντικό τοπίο δεν είναι και το ιδανικότερο για να λειτουργήσει κανείς.

Τα social media και γενικότερα το διαδίκτυο, τελικά βοηθούν το βιβλίο;
Πιστεύω πως ναι. Τα βιβλία στην Ελλάδα χρειάζονται βοήθεια ούτως ή άλλως. Δεν θα πω κάτι πρωτότυπο αν αναφέρω ότι ο μέσος Έλληνας δεν διαβάζει ούτε ένα βιβλίο μέσα σε ένα χρόνο. Ωστόσο, το βιβλίο πρέπει να ενδυναμωθεί και τα social media, το διαδίκτυο, βοηθούν εν δυνάμει προς αυτή την κατεύθυνση.

Η μετάφραση αποτελεί αναγκαιότητα; Πότε προέκυψε; Ποιο έργο θα ήθελες να μεταφράσεις;
Θεωρώ τη μετάφραση μια βαρετή διαδικασία. Δεν απολαμβάνω να μεταφράζω. Το έχω κάνει μία φορά με ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα που μετέφρασα από την κινεζική γλώσσα , «Το δέντρο με τα λευκά άνθη», της Άι Μι. Έμεινα πολύ ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα, αλλά πολύ δύσκολα θα το ξαναέκανα.

On-line ξεφύλλισμα ή τη μυρωδιά του χαρτιού καθώς γυρνούν οι σελίδες, τι προτιμάς;
Η απάντηση είναι αυτονόητη:  το βιβλίο ως αντικείμενο, ως μέσο χειροπιαστό και αισθητό, δεν μπορεί να συγκριθεί με το on-line ξεφύλλισμα, όχι μόνο για την εκ προοιμίου ρομαντική αίσθηση που δημιουργεί, αλλά και γιατί το ηλεκτρονικό διάβασμα παραπέμπει συχνά σε κείμενα αναξιόπιστα, φθηνά και άλλης λογικής.

Ενώ η ελληνική κοινωνία δεν θεωρείται διαδικτυακά αναλφάβητη, γιατί πιστεύεις ότι το e-book έχει μηδενικό μερίδιο στην αγορά;
Σε κανένα μέρος του κόσμου -αν εξαιρέσουμε την Άπω Ανατολή- δεν πήγε καλά το ηλεκτρονικό βιβλίο. Στην Ελλάδα οι αναγνώστες, μπορεί να είναι λίγοι, είναι όμως καλοί, κι έτσι είναι ερωτευμένοι με το βιβλίο. Ίσως και το ταπεραμέντο του Έλληνα δεν ευνοεί την διαδικτυακή ανάγνωση.

Μπορεί ένας συγγραφέας στις μέρες μας να βιοπορίζεται από τη συγγραφή και μόνο;
Φοβάμαι πως όχι. Η ελληνική αγορά είναι μικρή και αυτή η πιθανότητα είναι ελάχιστη. Πάντως, οι συγγραφείς πρέπει να διεκδικούν το δικαίωμα να ζουν από το έργο τους, να αμείβονται για τη δουλειά τους και να προσπαθούν να αλλάξουν τις συνθήκες.

Υπάρχει ελπίδα στην Ελλάδα της κρίσης; Μπορεί να έρθει μέσα από το βιβλίο;
Πάντα υπάρχει ελπίδα. H ελπίδα, το αίσθημα της αισιοδοξίας δεν είναι απλώς μια πρόβλεψη, είναι μια στάση, μια ανθρώπινη τοποθέτηση στον κόσμο. Επιλέγω να είμαι αισιόδοξος, γιατί δε θέλω να πιστέψω σε μια ολοκληρωτική παρακμή, σε μια παράδοση στο τίποτα. Το βιβλίο γεννά ερωτήματα, γεννάει χαρά στις αισθήσεις, υπό αυτή, λοιπόν, την έννοια, είναι μια ελπίδα.

Μόλις κυκλοφόρησε το καινούριο σας βιβλίο «Η ιστορία ενός σούπερ μάρκετ». Μίλησέ μας γι’αυτό.
Πρόκειται για την ιστορία ενός ναυαγού, ο οποίος ξεβράζεται σε ένα ερημονήσι, όπου και αποφασίζει να ξεκινήσει μια επιχείρηση, να ανοίξει ένα σούπερ μάρκετ. Πρόκειται για την επιθυμία, το απατηλό όνειρο του σύγχρονου ανθρώπου να ζήσει μια ζωή που ποτέ δεν έζησε και πιθανότατα ποτέ δε θα ζήσει. Έτσι κι ο ήρωας μου, ο Ροβήρος Άνθρωπος, πασχίζει να αναρριχηθεί στα υψηλότερα κοινωνικά σκαλοπάτια, για να αποδείξει στον εαυτό του ότι αξίζει την ευτυχία, την κοινωνική καταξίωση.

Παλαιότερα άρθρα: