Ο λογοτέχνης Θανάσης Βαλτινός και το «Ταξίδι στα Κύθηρα»

baltinos
Διαβάστε επίσης

Γράφει ο Πάνος Ν. Αβραμόπουλος

Με το πολυεδρικό αισθητικά έργο του, την μεγάλη ηθική δύναμη της γλώσσας του, το παντελώς ξεχωριστό προσωπικό του ύφος, αλλά και την πρωτότυπη αρχιτεκτονική δομή των διηγημάτων και των μυθιστορημάτων του, αποτύπωσε αδρά το στίγμα του στην μεταπολεμική μας λογοτεχνία ο Θανάσης Βαλτινός. Πολυμερές ταλέντο και με ακένωτες πνευματικές και αισθητικές δυνάμεις, έχει υπηρετήσει αρκετές ενότητες του γραπτού λόγου, αλλά και της τέχνης ευρύτερα. Πέρα από τα διηγήματά και τα μυθιστορήματά του ο Βαλτινός έχει γράψει σενάρια για αρκετές ταινίες του διακεκριμένου και με διεθνείς διακρίσεις αναγνωρισμένου σκηνοθέτη Θόδωρου Αγγελόπουλου. Το 1984 έτσι τιμήθηκε με το επίζηλο βραβείο σεναρίου του φεστιβάλ των Καννών για το σενάριό του στην ταινία «Ταξίδι στα Κύθηρα». Σύνδρομες και διαπλαστικές άλλωστε της πλατιάς κινηματογραφικής του παιδείας είναι και οι σπουδές κινηματογράφου που έχει πραγματοποιήσει. Αξίζει επίσης να σημειώσουμε το πλούσιο μεταφραστικό έργο του συγγραφέα στο πεδίο της αρχαιοελληνικής γραμματείας. Μεταξύ άλλων έχει μεταφράσει τις «Τρωάδες» του Ευριπίδη» και την «Ορέστεια» του Αισχύλου που παίχτηκαν στην Επίδαυρο αντιστοίχως το 1979 και το 1980 και σημείωσαν μεγάλη επιτυχία. Το καλλιτεχνικό έργο του Βαλτινού είναι ευρύτατο και παρόλο τον ελληνοκεντρικό του χαρακτήρα κατόρθωσε να γνωρίσει διεθνή αναγνώριση και να μεταφραστεί σε πολλές χώρες στο εξωτερικό. Και τούτο γιατί ουσιαστικά το έργο του συγγραφέα είναι βαθιά ανθρώπινο και αφορά επομένως όλους τους ανθρώπους ανεξαρτήτως εθνικότητας και των πολιτισμικών τους καταβολών. Ένα ακόμα χαρακτηριστικό στοιχείο της γραφής του Βαλτινού είναι ο λακωνικός –αιχμηρός του λόγος, αποφορτισμένος από συναισθηματικές εξάρσεις και γλωσσικές κομψοέπειες, που σε αγγίζει βαθιά και σου αφήνει ζωτικό χώρο για να νοιώσεις στην καρδιά σου και χωρίς καμία υποβολή τα συναισθήματα από όλα τα ανθρώπινα προβλήματα στα οποία εστιάζει.

Ο Βαλτινός για πρώτη φορά επίσημα στα γράμματα εμφανίστηκε το 1963 με τη νουβέλα «Η κάθοδος των εννιά» που έχει τα αισθητικά χαρακτηριστικά ενός κλασικού πεζογραφήματος της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Στη συνέχεια δημοσίευσε το 1972 «Το συναξάρι του Ανδρέα Κορδοπάτη». Πρόκειται για την αυθεντική διήγηση ενός έλληνα μετανάστη στην Αμερική στις αρχές του 20-ου αιώνα. Εδώ ο συγγραφέας επιλέγει να χρησιμοποιήσει τη μορφή του συναξαρίου για να αφηγηθεί με εξαιρετική επιτυχία το θεματικό του αντικείμενο. Χωρίς πλουμίδια, χωρίς αισθητικά στολίδια, λιτός και απέριττος, βαθιά αληθινός, δίνει τη δυνατότητα στον αναγνώστη να βιώσει το δράμα, τα όνειρα και τις προσδοκίες του ήρωά του Ανδρέα, που δοκιμάζεται ατέρμονα από την θηριωδία της μοίρας, αλλά δε λυγίζει. Εμπλεκόμενος αενάως στο γύρισμα του τροχού της ανθρώπινης περιπέτειας. Και κατορθώνει εδώ ο Βαλτινός με την απαράμιλλη μαστοριά της γραφής του μέσα από λίγες εικόνες, ένα δυο μόλις επίθετα και λίγες επίσης παροιμιακές εκφράσεις να αποτυπώσει με ασύλληπτη ηθική ενάργεια τους ριπτασμούς της ανθρώπινης μοίρας στο πρόσωπο του Ανδρέα Κορδοπάτη. Ακολουθούν το 1978 τα «Τρία ελληνικά μονόπρακτα». Ένα βιβλίο που παρά τον προβαλλόμενο θεατρικό τίτλο του συνιστά ένα κλασικό μυθιστόρημα. Πρόκειται για τρία παντελώς ασύνδετα μεταξύ τους κείμενα που αποτυπώνουν με το υπαινικτικό ύφος του συγγραφέα τη διαμόρφωση της μεταπολεμικής ελληνικής κοινωνίας. Εδώ ο Βαλτινός όπως και στη νουβέλα του «Η κάθοδος των εννιά» πρωτοπορεί αισθητικά στη διαμόρφωση του αφηγηματικού μας λόγου. Επιλέγει να μη μιλήσει ο ίδιος και να εκθέσει τις εμπειρίες και τα συναισθήματά του. Περιορίζεται δηλαδή στο ρόλο που θα είχε αντιστοίχως ένας ευσυνείδητος συντάκτης εφημερίδας. Απλά συγκεντρώνει ορισμένο υλικό, το τακτοποιεί και το παραδίδει στο τυπογραφείο. Επιχειρεί δηλαδή να υπερκεράσει την συνήθη τακτική – όπως σημειώνει ο μεγάλος νεοελληνιστής Mario Vitti – της δημιουργίας ενός κλασικού μυθιστορήματος όπου ο συγγραφέας «προβάλλει την πρόφαση της αντικειμενικότητας του τάχα ανιδιοτελή αφηγητή» και προχωρεί στην αληθινά αντικειμενική παράθεση του λογοτεχνικού του υλικού.

Έπεται το 1985 το «Μπλέ βαθύ, σχεδόν μαύρο». Πρόκειται για τον με πυρετώδη έξαψη μονόλογο μιας γυναίκας, που εξομολογείται το ψυχικό της δράμα. Εδώ ο Βαλτινός κατορθώνει με υποδειγματικό τρόπο μέσα από τον μονόλογο της ηρωίδας που έχει την αυθορμησία και την άναρχη δομή του προφορικού λόγου, να μας μεταδώσει ρίγη συγκινήσεως από το τραγικό συναίσθημα της ηθικής μόνωσης και της αποτυχίας. Θα μπορούσε το έργο να χαρακτηριστεί μια πανοραμική τοιχογραφία των αβυσσαλέων αδιεξόδων μιας τραγικής γυναικείας φυσιογνωμίας. Θα ακολουθήσει το 1989 ένα στοιχείο σταθμός στη λογοτεχνική παραγωγή του Βαλτινού το «Στοιχεία για τη δεκαετία του ΄60». Δημιουργία αισθη-τικά πρωτοπόρα που αμφισβητήθηκε έντονα από την κριτική. Πάραυτα χάρισε στον Βαλτινό το κρατικό βραβείο μυθιστορήματος, ενώ ήταν συνάμα την ίδια χρονιά υποψήφιο για το ευρωπαϊκό αριστείο. Εδώ ο Βαλτινός πρωτοπορώντας και για πρώτη φορά στην μεταπολεμική μας λογοτεχνία αντλεί το υλικό του από αποκόμματα εφημερίδων της εποχής, γράμματα αισθητικού χαρακτήρα που αποστέλλονται στην υπεύθυνη ραδιοφωνικής εκπομπής, ως και επιστολές ανθρώπων, που επιθυμούν να μεταναστεύσουν αποζητώντας ένα καλύτερο αύριο. Και κατορθώνει ο συγγραφέας χρησιμοποιώντας αυτά τα εκ πρώτης όψεως ετερό-κλητα ντοκουμέντα τα οποία έχει προφανώς λογοτεχνικά αναπλάσει, να δώσει μια πολύ πειστική εικόνα και πανοραμική φωτογραφία του κοινωνικού κλίματος της δεκαετίας του ΄60. Ο ίδιος ο συγγραφέας μιλώντας στο περιοδικό «ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ» θα πεί για το πρωτοπόρο εγχείρημά του στα στοιχεία της δεκαετίας του ΄60. «Η τέχνη ακέκαθεν και όχι μόνο η πεζογραφία, κάνει ανασύνθεση και δημιουργία ενός αυθεντικού υλικού. Τα όνειρα, οι επιθυμίες και οι νευρώσεις μου είναι εξίσου αυθεντικό υλικό όσο και ένα έγκλημα του αστυνομικού δελτίου, ή η σύγκρουση δυο αυτοκινήτων την οποία παρακολουθώ ως τυχαίος και ανύποπτος μάρτυρας. Το θεμελιώδες είναι να μην εξαρτούμε την αυθεντικότητα από το πραγματικό. Το 1994 ο Βαλτινός μας δίνει το μυθιστόρημά του «Ορθοκωστά». Πρόκειται για μαρτυρίες προσώπων που είχαν συμμετάσχει στον εκσπαζόμενο μετά την γερμανική κατοχή εμφύλιο πόλεμο. Μια αριστουργηματική αποτύπωση των ηθικών στρεβλώσεων και της καταρράκωσης της ανθρώπι9νης αξιοπρέπειας που λαμβάνουν χώρα στον αδελφοκτόνο εμφύλιο πόλεμο. Έπονται οι τόμοι «Θα βρείτε τα οστά μου υπο βορχήν» και «Φτερά μπεκάτσας» το 1992 και το 1993 αντιστοίχως στους οποίους συμπεριλαμβάνονται συγκεντρωμένα τα διηγήματα του Βαλτινού. Και ακολουθεί το πιο πρόσφατα εκδοθέν το 2000, ο δεύτερος τόμος των αφηγήσεων του Ανδρέα Κορδοπάτη, που καλύπτουν την περίοδο των Βαλκανικών πολέμων και της Μικρασιατικής Καταστροφής. Στον Κορδοπάτη Β’ ο Βαλτινός συνθέτει μια πλατιά και ευρύχωρη λογοτεχνική δημιουργία στην οποία παρελαύνουν, στρατιώτες, πρόσφυγες, έλληνες και Μικρασιάτες που η τύχη τους τοποθετεί σε διαφορετικά μέτωπα. Του Α΄ και Β’ Βαλκανικού πολέμου, του Α΄ παγκοσμίου πολέμου, της εκστρατείας στην Ουκρανία και πολύ περισσότερο στο τραγικό για τον ελληνισμό Μικρασιατικό μέτωπο. Είναι μια άγρια εποχή τις ηθικές ουλές της οποίας έχει επουλώσει το πέρασμα του χρόνου. Έτσι με εντελώς αποδραματοποιημένο τρόπο και για αυτό απόλυτα πειστικό στον αναγνώστη, ο Βαλτινός παραθέτει τις μαρτυρίες πολλών πρωταγωνιστών της Μικρασιατικής ιδίως τραγωδίας. Το μεγάλο επίτευγμα εδώ του συγγραφέα είναι ότι παραθέτει τα γεγονότα ωμά όπως έχουν επισυμβεί, χωρίς τις συνήθεις σπαραξικάρδιες θρηνωδίες, που υιοθετούνται για αυτό το τραγικό κομμάτι της ιστορικής μας πορείας. Έτσι αφήνει ο συγγραφέας στον αναγνώστη τον απαιτούμενο ζωτικό χώρο για να βιώσει στην καρδιά του τα γεγονότα αληθινά και με την προσήκουσα οικονομία αισθημάτων, πέρα από λογοτεχνικές υπερβολές. Σε μια ιστορική μας ενότητα δηλαδή για την οποία χύθηκαν τόνοι μελάνι εθνικής θρηνωδίας, ο Βαλτινός κατορθώνει να κυριαρχήσει με το μέτρο και την συγγραφική του φρόνηση. Ο Θανάσης Βαλτινός τον Ιούνιο του 2008 – ως ύψιστη έκφραση της πολυεπίπεδης συμβολής του στα ελληνικά γράμματα – εξελέγη τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών στην έδρα της νέας ελληνικής πεζογραφίας. Γεννήθηκε το 1932 στο Καστρί Κυνουρίας. Ζεί στην Αθήνα και κατά μεγάλα διαστήματα έχει ζήσει στο εξωτερικό. Αναμφίβολα είναι μια μεγάλη μορφή της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας. Το παρόν κείμενό μου είχε δημοσιευθεί στην εφημερίδα του Πύργου «ΑΥΓΗ» το 2010, στα πλαίσια της κριτικής μου σειράς – βιβλίου μου, κορυφαίοι της ελληνικής πεζογραφίας.

*Ο συγγραφέας Πάνος Ν. Αβραμόπουλος, είναι M.Sc Δ/χος Μηχανικός Ε.Μ.Π.
www.panosavramopoulos.blogspot.gr

Παλαιότερα άρθρα: