ΟΟΣΑ: Όταν τα καλά λόγια κρύβουν τις σκληρές εκθέσεις

tsipras gkouria oosa
Διαβάστε επίσης

Εξαιρετικά κολακευτικές ήταν οι δηλώσεις του γενικού γραμματέα του ΟΟΣΑ Άνχελ Γκουρία για την Ελλάδα και την κυβέρνηση – Όμως η έκθεση που ο ίδιος παρέδωσε είναι γεμάτη αστερίσκους και η βασική της πρόταση προβλέπει την αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης στα 71 χρόνια

 Ο γενικός γραμματέας του ΟΟΣΑ Άνχελ Γκουρία ήταν ο δεύτερος, μέσα σε λίγες ημέρες, -μετά τον πρόεδρο της Κομισιόν Ζαν Κλοντ Γιουνκέρ- διακεκριμένος επισκέπτης του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα που είπε καλά λόγια για την Ελλάδα.

Αμέσως μετά τη συνάντησή τους ο κ. Γκουρία είπε -παραδίδοντας την έκθεση του διεθνούς οργανισμού: «Εδώ είναι αποτυπωμένες οι προσπάθειές σας, οι επιτυχίες σας». Και συμπλήρωσε μεταξύ άλλων: «Οι προσπάθειες της Ελλάδας δικαιώνονται», «Τοποθετήθηκαν τα θεμέλια για μια βιώσιμη και δίκαιη ανάπτυξη, και μάλιστα μακροπρόθεσμα», «Συγχαρητήρια κύριε πρωθυπουργέ, εσείς επαναφέρατε την Ελλάδα πίσω, από το χείλος του γκρεμού».

Και κατέληξε: «Ήρθε η ώρα για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους. Η Ελλάδα έκανε όλες αυτές τις μεταρρυθμίσεις οι οποίες είναι απαραίτητες για να υπάρξει, πλέον, και ελάφρυνση του χρέους. Η Ελλάδα κατέκτησε το δικαίωμα αυτό που της αξίζει και γνωρίζουμε ότι υπάρχουν κυρίως και κάποιοι πολιτικοί λόγοι, κάποιοι πολιτικοί περιορισμοί, βεβαίως και ζούμε και εμείς στην πραγματικότητα, τα κατανοούμε όλα αυτά, αλλά πρέπει να δοθεί μια ελάφρυνση. Γιατί σε όλες τις παραδοχές σχετικά με την ανάπτυξη υπάρχει πάντοτε και το θέμα του χρέους. Εμείς θα συνεργαστούμε με εσάς και για εσάς. Είστε στην πλατφόρμα απογείωσης, είστε έτοιμοι να εκτοξευτείτε».

Αυτά λοιπόν, σε ότι αφορά στις δηλώσεις. Ας δούμε τώρα τι έγραφε η έκθεση που παραδόθηκε από τον κ. Γκουρία στην ελληνική κυβέρνηση.

Σύμφωνα με αυτήν, η ανεπαρκής ελάφρυνση του ελληνικού χρέους θα μπορούσε να έχει σοβαρές επιπτώσεις στην πορεία της ελληνικής οικονομίας. Ο ΟΟΣΑ προβλέπει ανάπτυξη 2% εφέτος για τη χώρα μας και περαιτέρω επέκταση 2,3% το 2019 και προειδοποιεί πως αυτή η αναπτυξιακή δυναμική είναι εκτεθειμένη σε βασικούς κινδύνους.

Ο πρώτος κίνδυνος είναι μια ενδεχόμενη μικρή αναδιάρθρωση του χρέους. Όπως χαρακτηριστικά τονίζει ο ΟΟΣΑ, μια ανεπαρκής αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους θα οδηγούσε σε χαμηλότερη δυνητική ανάπτυξη και σε μικρότερη ανθεκτικότητα έναντι των οικονομικών κρίσεων και θα έβλαπτε τη βιωσιμότητα του χρέους αυξάνοντας τη πολιτική αβεβαιότητα σε «αποσταθεροποιητικά επίπεδα». Αυτή η αναφορά αποτυπώνει συνοπτικά το πόσο επιζήμια θα είναι για την Ελλάδα μια ενδεχόμενη αποτυχία της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ να αποσπάσει από τους δανειστές τις απαραίτητες λύσεις για τη μείωση του φορτίου του χρέους που έχει ανάγκη η χώρα.

Ο δεύτερος κίνδυνος για τον οποίο προειδοποιεί ο ΟΟΣΑ σχετίζεται με τις αυξανόμενες γεωπολιτικές εντάσεις στην περιοχή της Μεσογείου και την αυξανομένη εισροή προσφύγων στην Ελλάδα. Όπως σημειώνει, μια ενδεχόμενη νέα μεγάλη εισροή προσφύγων προς την Ελλάδα θα συνεπαγόταν πρόσθετα οικονομικά βάρη, θα έβλαπτε την τουριστική βιομηχανία και θα προκαλούσε κοινωνικές εντάσεις. Βεβαίως η συγκεκριμένη ανησυχία του ΟΟΣΑ δεν είναι αυθαίρετη και παρόμοιους φόβους εκφράζει και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Ο τρίτος κίνδυνος που βλέπει για την Ελλάδα ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης σχετίζεται με μια νέα επιδείνωση των συνθηκών για τις τράπεζες ως απότοκο της επίμονης χαμηλής ανάπτυξης και του υψηλού δημόσιου χρέους. «Μια συστημική κρίση θα οδηγούσε σε μεγάλες ανάγκες ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών, τις οποίες ο ιδιωτικός τομέας θα μπορούσε να μην είναι πρόθυμος να χρηματοδοτήσει», σημειώνει χαρακτηριστικά ο ΟΟΣΑ στην έκθεσή του. Αυτή η παρατήρηση έρχεται να πέσει σαν «σκιά» τις ελληνικές τράπεζες, οι οποίες σύμφωνα με πληροφορίες ξεπέρασαν με επιτυχία το εμπόδιο των stress test.

Δεδομένου ότι η ελάφρυνση του χρέους αποτελεί για τον ΟΟΣΑ προϋπόθεση για να υπάρξει διατηρήσιμη ανάπτυξη, πολιτική σταθερότητα και εύρωστο τραπεζικό σύστημα ο Οργανισμός προτείνει μια τριπλή στρατηγική για την απομείωση του βάρους του χρέους.

Αρχικά τάσσεται υπέρ της πρόσθετης διευθέτησης του χρέους από τους Ευρωπαίους δανειστές με το «κλείδωμα» σε χαμηλά επίπεδα των επιτοκίων των δανείων του επισήμου τομέα (GLF,EFSF και ESM). Στην ίδια βάση θεωρεί πως η Ελλάδα θα πρέπει να είναι συνεπής στην επίτευξη μεγάλων πρωτογενών πλεονασμάτων της τάξεως του 2% του ΑΕΠ για παρατεταμένο χρονικό διάστημα. Ως τρίτο συστατικό της ελάφρυνσης του χρέους ο ΟΟΣΑ προτείνει τη δρομολόγηση πρόσθετων μεταρρυθμίσεων για την αύξηση του ΑΕΠ.

Και εδώ οι προτάσεις του Οργανισμού μάλλον δεν είναι ευχάριστες. Ανάλυση που εμπεριέχεται στην έκθεση του ΟΟΣΑ αναφέρει πως ένα «εκτεταμένο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων» θα έπρεπε να περιλαμβάνει την αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης κατά τέσσερα έτη έως το 2030, δηλαδή από τα 67 στα 71 έτη! Κατά τον Οργανισμό αυτή η παρέμβαση θα μπορούσε να αυξήσει το ΑΕΠ κατά 4% έως το 2030 και κατά 10,4% έως το 2060.

Ακόμη μεγαλύτερη επίπτωση στο ΑΕΠ θα είχαν σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ γενναίες διαρθρωτικές αλλαγές που θα εμπέδωναν το «κράτος δικαίου» στη δημόσια διοίκηση και στη δικαστική λειτουργία. Σε μια τέτοια περίπτωση ο ΟΟΣΑ θεωρεί πως το ΑΕΠ θα εκτινασσόταν. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει πως το ΑΕΠ θα μπορούσε μέσα από αυτές τις μεταρρυθμίσεις να αυξηθεί κατά 5,7% έως το 2030 και κατά 25,6% έως το 2060!

Σύμφωνα με μια άλλη πρόταση του ΟΟΣΑ, εάν η Ελλάδα μέσα από στοχευμένες μεταρρυθμίσεις στην αγορά προϊόντων μειώσει τους φραγμούς που αντιμετωπίζουν οι εγχώριες επιχειρήσεις στα επίπεδα του Βελγίου, τότε αυτό θα ήταν αρκετό για να τροφοδοτήσει το ΑΕΠ κατά 2,7% έως το 2030 και κατά 6% έως το 2060.

Ο ΟΟΣΑ υποστηρίζει ακόμη πως εάν οι δαπάνες για ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης στην Ελλάδα (ανά άνεργο, ως ποσοστό του κατά κεφαλήν ΑΕΠ) αυξάνονταν από 6,72% σήμερα σε 15% το 2020 και στη συνέχεια στο 25% το 2020, αυτή η παρέμβαση θα μπορούσε να αυξήσει το ΑΕΠ κατά 1,4% έως το 2030 και κατά 2,6% έως το 2060.

Ομοίως εάν οι δαπάνες για τα οικογενειακά επιδόματα αυξάνονταν από το 0,25% του ΑΕΠ σήμερα, στο 0,75% του ΑΕΠ το 2025, η πολιτική αυτή θα μπορούσε να αυξήσει το ΑΕΠ κατά 0,9% έως το 2030 και κατά 1,5% έως το 2060.

Παλαιότερα άρθρα: