Σαν σήμερα: 103 Χρόνια απο την απελευθέρωση της πόλης των Σερρών

apeleuth_serrwn
Διαβάστε επίσης

Γράφει ο Πάνος Ν. Αβραμόπουλος*

Η 29η Ιουνίου 1913, αποτελεί ένα ακόμα σπουδαίο ιστορικό ορόσημο, στην μακραίωνη προσπάθεια για την εθνική μας ακεραιότητα και την απελευθέρωση των ελληνικών εδαφών, όπου εδονούνταν ελληνική καρδιά. Η πανέμορφη και μεγαλοπρεπής πόλης των Σερρών, μετά από 5 αιώνες σκληρής και απαραδειγμάτιστης δουλείας απελευθερώνονταν – μέσα στην πυρά του Β΄ Βαλκανικού πολέμου – και ενσωματώνονταν και πάλι στον εθνικό μας κορμό. Αλλά ας δούμε πως έχει το χρονικό αυτής της εθνικής μας εποποιίας.

Οι Σέρρες τελούσαν υπό τον οθωμανικό ζυγό, 7 δεκαετίες πρωθύστερα απο την άλωση της βασιλεύουσας και συγκεκριμένα από τον 1383. Αποτέλεσαν μια από τις πρώτες περιοχές της Ελλάδος που υποδουλώθηκαν στους Τούρκους και από τις τελευταίες που ανέκτησαν την ελευθερία τους, με την εθνική μεγαλουργία των Βαλκανικών Αγώνων. Πάραυτα και σε όλους αυτούς τους αιώνες της οθωμανικής δουλείας, οι Σέρρες άκμασαν οικονομικά και πολιτισμικά και αποτέλεσαν ένα από τα σπουδαιότερα κέντρα εθνικής αφύπνισης, μέχρι την εθνική παλιγγενεσία του ΄21.

Ενώ ξεχωριστή ήταν η συμβολή τους τόσο στην εθνεγερσία του ΄21 με την εμβληματική φυσιογνωμία του Εμμανουήλ Παππά, όσο και σ΄ αυτόν τον Μακεδονικό αγώνα. Δικαίως έτσι η πόλη των Σερρών απεκαλείτο τους αιώνες εκείνους, «Αθήνα της Ανατολικής Μακεδονίας». Για να έλθουμε στην απελευθέρωσή τους στις 29 Ιουνίου του 1913. Οι Σέρρες λοιπόν τελούσαν εκείνη την περίοδο υπό βουλγαρική κατοχή, εγγονή του ιμπεριαλιστικού σχεδίου των Βουλγάρων, για την μεγάλη Βουλγαρία, με την οποία εξάλλου είχαν αναθρέψει δυο γενεές. Πάραυτα, η νικηφόρος επέλαση των ελληνικών δυνάμεων στα πλαίσια του Β΄ Βαλκανικού πολέμου του 1913, στο Κιλκίς, τον Λαχανά και την Στρώμνιτσα, εδραίωναν την νίκη των ελληνικών όπλων σε όλο το μακεδονικό μέτωπο. Έτσι το μεγάλο όνειρο γίνονταν πραγματικότητα και η Μακεδονία μας απελεύθερη και πάλι, ενσωματώνονταν στον εθνικό κορμό.

Ο αρχιστράτηγος των ελληνικών δυνάμεων βασιλιάς Κωνσταντίνος και το επιτελείο του είχαν στρατοπεδεύσει από τις 23 Ιουνίου στην Δοϊράνη. Και στις 28 Ιουνίου του ΄13 πρό της νικηφόρας επέλασης του ελληνικού στρατού, ενημερώθηκαν για την αποχώρηση των Βουλγάρων από την πόλη των Σερρών. Ήταν μια ιστορική μέρα για τον ελληνικό λαό, αφού η λατρεμένη πόλη των Σερρών – πόλη σύμβολο της πνευματικής και οικονομικής αλκής – περνούσε και πάλι σε ελληνικά χέρια. Το επιτελείο του Κωνσταντίνου με την σειρά του ενημέρωσε τηλεγραφικά το ελληνικό υπουργείο Στρατιωτικών για τη εξέλιξη, με το ακόλουθο τηλεγράφημα «Ο φρούραρχος Σερρών τηλεγραφεί ότι η πόλις κατελήφθη υπό αποσπάσματος προσκόπων. Κηρύχθηκε ο στρατιωτικός νόμος. Σχηματίσθηκε πολιτοφυλακή προς τήρησιν της τάξεως. Αποσπάσματα προσκόπων και πολιτοφυλάκων εξήλθαν εις την ύπαιθρον χώραν, ίνα φρουρήσουν αυτήν από ενδεχόμενη επίθεση κομιτατζήδων». Όμως η υποχώρηση των Βουλγάρων από την πόλη, έφερε και την σφραγίδα του μίσους της μοχθηρίας τους, αφού φεύγοντας κατέκαψαν την πόλη, φόνευσαν γυναικόπαιδα, κατέστρεψαν τις υπάρχουσες υποδομές και την κατέστησαν κρανίου τόπο.

Την τραγική αυτή εικόνα της πυρπόλησης των Σερρών και των φονικών σ΄αυτήν, καταγράφει με παραστατική ενάργεια ο αυστριακός υποπρόξενος των Σερρών, σε τηλεγράφημά του που απέστειλε στον προϊστάμενό του αυστριακό πρόξενο της Θεσσαλονίκης : «Ένα βουλγαρικό απόσπασμα με τμήματα ιππικού και πεζικού κανονιοβόλησε την πόλη των Σερρών το πρωί της Παρασκευής (28 Ιουνίου 1913). Αφού έπεσαν μερικές βόμβες σε διάφορα σημεία της πόλης το πεζικό μπήκε στην πόλη. Σφάξανε πολλούς κατοίκους και πυρπόλησαν όλα τα σπίτια και τα καταστήματα της πόλης, η οποία καταστράφηκε εντελώς.

Τα θύματα της σφαγής και της πυρκαγιάς είναι πολυάριθμα. Δύο χιλιάδες περίπου ψυχές μένουν χωρίς στέγη, τροφή, ρουχισμό και καταλύματα. Όλα τα αποθέματα καταστράφηκαν. Η πόλη στερείται εντελώς ζωοτροφών. Για τη φοβερή αυτή κατάσταση σας παρακαλώ να λάβετε μέρος στην αποστολή βοήθειας. Το μεσημέρι της περασμένης Παρασκευής οι στρατιώτες του τακτικού στρατού χτύπησαν την οικία μου μας έβγαλαν με τη βία στο δρόμο, εμένα και την οικογένειά μου, τότε ένας μεγάλος αριθμός προσώπων που προσπαθούσαν να αποφύγουν τη σφαγή και τη φωτιά ήρθαν προς εμένα. Όλα τα παιδιά και οι γυναίκες που με συνόδευαν απειλήθηκαν με θάνατο και μόνον με αντίτιμο μεγάλου ποσού λύτρων απελευθερώθηκαν. Είμαι υγιής, το σπίτι μου ήταν στο έλεος της φωτιάς και βρέθηκα με την οικογένειά μου άστεγος και άνευ ρουχισμού».

Την ίδια εξάλλου οδυνηρή εικόνα δίνει και ένα τηλεγράφημα που εστάλη προς τον πρόεδρο της Βουλής των Ελλήνων την 1-η Ιουλίου 1913 αναφέροντας: «Πριν βάλουνε φωτιά οι Βούλγαροι λεηλάτησαν όλα τα σπίτια και τα καταστήματα, σπάζοντας τις πόρτες με τσεκούρια. Δεν υπολόγιζαν ούτε τους ξένους υπηκόους που έλπιζαν ότι θα σωθούν υψώνοντας τις εθνικές σημαίες τους. Έτσι παραβιάστηκαν οικίες του Θεμιστοκλέους Μιγάτσκου διευθυντού της Τραπέζης Αθηνών, Αυστριακού υπηκόου που κατοικούσε στο σπίτι του αυστριακού Δούρου, τα σπίτια των Αμερικανών καπνεμπόρων Χαίκτων και Μουρ, αν και είχαν ανυψώσει την αμερικάνικη σημαία, η οικία του αντιπροσώπου του καπνεμπορικού καταστήματος «Κομέρσιαλ»-οίκου αγγλικού, το κατάστημα Τίριγγ που ανήκε σε αυστριακό, οι καπναποθήκες «Αμέρικαν-Ταμπάκο» και «Έρζοκ», αυστριακού, η Μακεδονική Εταιρεία Καπνών, η Αγγλική του Μονοπωλίου Καπνών, των αδελφών Εσκενάζη Αμερικανών, Κιαζημμεμίν, Ιταλού, Χασίζ Σαούρτα, Ισπανού. Επίσης κάηκαν η τράπεζα Αθηνών και Ανατολής, τα σπίτια Κ. Μαρούλη, Γερμανού υπηκόου».

Η πυρπόληση των Σερρών, που ισοπέδωσε μέσα στις φλόγες τα δυο τρίτα της πόλης, συνεχίστηκε από το πρωί της Παρασκευής 29-ης Ιουνίου 1913, μέχρι το απόγευμα, οπότε και κατέφθασε στην πόλη ένα σώμα προσκόπων – το οποίο συνιστούσαν εθελοντές παλιοί μακεδονομάχοι – υπό τον ταγματάρχη Κωνσταντίνο Μαζαράκη. Το σώμα επιτέθηκε κατά των Βουλγάρων και τους ανάγκασε σε φυγή. Επτά γενναίοι πρόσκοποι σκοτώθηκαν στην μάχη και δέκα τραυματίστηκαν. Σε επίπεδο υποδομών, όπως και με τις κατοικίες, τα πάντα ισοπεδώθηκαν από την εκδικητική μανία και το μίσος των Βουλγάρων, με μόνο παρήγορο το γεγονός, ότι διασώθηκαν αρκετά γυναικόπαιδα. Εν τέλει με τη δύση του ηλίου, κατέφθασε στην πόλη και η 7-η ελληνική Μεραρχία, υπό τον Μέραρχο Σωτήλη. Και βεβαίως η εικόνα που αντίκρισε ο μέραρχος ήταν ηθικά οδυνηρή. Με την ελληνική συνοικία και την ελληνική αγορά, πέραν του υπολοίπου τμήματος της πόλης, να έχουν καταστραφεί ολοσχερώς. Έτσι απηύθυνε άμεσα τηλεγράφημα στο στρατιωτικό επιτελείο του βασιλέως στην Δοϊράνη, για να ξεκινήσουν οι παρεμβάσεις στήριξης του πληθυσμού, αλλά και της ανασυγκρότησης της πόλης, που είχε καταστεί ένας απέραντος ερειπιώνας.

Συντετριμμένος ο μέραρχος Σωτήλης, γράφει στον βασιλιά Κωνσταντίνο: «Η πόλη Σερρών εκάη ολόκληρος εξαιρέσει τουρκικής και εβραϊκής συνοικίας. Αγορά εκάη επίσης. Πλήθος γυναικοπαίδων ευρέθησαν φονευμένα ή απηνθρακωμένα εντός των οικιών. Πόλις στερείται εντελώς άρτου. Απόλυτος ανάγκη ληθώσι μέτρα συντόμως προς διατροφήν πληθυσμού. Άστεγοι υπερβαίνουσι 20 χιλιάδας.» Από το λεπίδι επίσης των αιμοσταγών Βουλγάρων, θα πέσουν ο ιατρός Αναστάσιος Χρυσάφης, ο γυμνασιάρχης Παπαπαύλου και ο διευθυντής του καταστήματος της Τραπέζης Ανατολής Σταμούλης. Ενώ την οικτρή κατάσταση της πόλης έσπευσαν να διαπιστώσουν προσωπικά, οι ίδιοι οι πρόξενοι της Αυστρίας και της Ιταλίας, που έμειναν ενεοί από το μίσος και την εκδικητική μανία των Βουλγάρων, εκφράζοντας δημόσια την αποστροφή τους, για τα «πρωτάκουστα ανοσιουργήματα».

Όμως πρέπει να ξεκινήσει και το έργο της ανασυγκρότησης και στις 6 Ιουλίου 1913, ο φρούραρχος Μαζαράκης ξεκινά την εκκαθάριση των ερειπίων από την πόλη. Σε αυτό το αλγεινό έργο, διαπιστώνεται και η πυρπόληση και άλλων κατοίκων των Σερρών, αφού πρωτίστως είχαν δολοφονηθεί με ξιφολόγχη. Ειδικότερα, στην συνοικία Κατινίκια είχαν δολοφονηθεί 28 κάτοικοι, ανάμεσα στους οποίους και ο αυστριακός μηχανικός Αλβέρτος Πιρώ. Οι συνοικίες που καταστράφηκαν ολοσχερώς από την εκδικητική μανία των Βουλγάρων ήταν: Αγίων Παντελήμονος, Ελεούσης, Βλασίου, Ταξιαρχών, Αποστόλων, Αθανασίου, Νικολάου, Παρασκευής, Βλαχερνών, Γεωργίου, Βαρβάρας, Άντωνίου, Αναργύρων, Ευαγγελιστρίας και Φωτεινής. Από τις υπάρχουσες 23 εκκλησίες, γλύτωσαν απο την πυρά μόνον τρείς, ενώ όλα τα χωριά καταστράφηκαν ολοσχερώς. Στην πλειονότητά της κάηκε όλη η αγορά των Σερρών, με εξαίρεση ένα μικρό τμήμα, στο οποίο η φωτιά απεσβέσθη έγκαιρα. Η ίδια τραγική εικόνα και στην εβραϊκή συνοικία της πόλης, όπου καταστράφηκαν 115 σπίτια, ενώ η εβραϊκή σχολή και συναγωγή, καταστράφηκαν με δυναμίτη. Αντίθετα προστατεύτηκαν στο ακέραιο οι τουρκικές κατοικίες, από τις οποίες καταστράφηκαν μόνον δυο.

Τον δραματικό τόνο και την ιστορικότητα των στιγμών όμως δίνει και ένα δημοσίευμα της εποχής, στην κραταιά εφημερίδα «ΕΜΠΡΟΣ» του Καλαποθάκη της 5-ης Ιουλίου 1913. Αναφέρει πως έλαβε χώρα εκδήλωση στο Εσκή τζαμί, το οποίο είχαν μετατρέψει η Βούλγαροι σε εκκλησία. Με την απελευθέρωση παρεδόθη και πάλι στους μουσουλμάνους και με εδική εκδήλωση μάλιστα που έγινε για τον σκοπό αυτό. Στην εκδήλωση παρευρέθησαν οι πρόξενοι της Αυστρίας και της Ιταλίας, οι πολεμικοί ανταποκριτές Μαγκρίνι και Φέρμαν ο δήμαρχος των Σερρών Αδήλ Βέης, Έλληνες πρόκριτοι και πολλοί άλλοι. Και μέσα σε ένα κλίμα συμφιλίωσης, αλλά και υψηλού δημοκρατικού ήθους προς όλες τις κοινότητες που διαβιούσαν στην πόλη των Σερρών, ανεξαρτήτως εθνικότητας, φυλής και θρησκεύματος, ο φρούραρχος Μαζαράκης κήρυξε την απελευθέρωση της πόλης τονίζοντας: «Εν ονόματι της Α. Μεγαλειότητος του Βασιλέως Κωνσταντίνου και του νικηφόρου στρατού κηρύσσω την απελευθέρωσιν της αγαπητής πόλεως των Σερρών τόσον σκληρώς δοκιμασθείσης υπό βαρβάρου εχθρού. Η ελληνική Κυβέρνησις θα απονείμει τοις πάσι δικαιοσύνην, ουδεμίαν διάκρισιν ποιούσα μεταξύ φυλής, θρησκεύματος, εθνικότητος.»

Η πείνα, ο πόνος, η ηθική δυστυχία, η κακοπάθεια και η πλήρης έλλειψη τροφίμων, ζωοτροφών και βασικών αγαθών, συνέθεταν την τραγική εικόνα της απελευθερωμένης μεν, αλλά κατεστραμμένης πόλης, για την οποία έπρεπε να καταβληθεί σισύφεια προσπάθεια προκειμένου να επουλώσει τις πληγές της και να επιστρέψει στην κανονικότητα. Ο φρούραρχος Μαζαράκης, με τον εμπνευσμένο ρασοφόρο Μητροπολίτη Σερρών Απόστολο (Χριστοδούλου) απηύθυναν τηλεγράφημα, στην υψηλής κοινωνικής ευαισθησίας «Επιτροπή Κυριών» στην Αθήνα, για κατεπείγουσα αποστολή τροφίμων ήτοι «Ανάγκη έλθη Σέρρας, επιτροπή κυριών μετά ενδυμάτων, τροφίμων και δια νοσοκομεία», η οποία και ανταποκρίθηκε άμεσα στο αίτημα. Και έτσι ξεκινούσε μέσα στον άνεμο πλέον της ελληνικής ελευθερίας, η μακρά προσπάθεια για την ανασυγκρότηση της πανέμορφης πόλης του Βορρά, που διαχρονικά συμβόλιζε ένα πολιτικό και πολιτισμικό προπύργιο του ελληνισμού. Οι Σέρρες έστω και πληγωμένες από την μικρή Βουλγαρική κατοχή και την μακραίωνη 5 αιώνων οθωμανική δουλεία, ήταν πια ελεύθερες. Ήταν ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ… Και στα άγια χώματά τους φτερούγιζε και πάλι αδέσμευτη, η αδούλωτη ελληνική ψυχή !!!

*Ο συγγραφέας Πάνος Ν. Αβραμόπουλος, είναι υποψήφιος Βουλευτής της «Ένωσης Κεντρώων» στην Α΄Αθηνών.

Παλαιότερα άρθρα: