Σύγκριση της οικονομικής πολιτικής της Federal Reserve Bank και της ΕΚΤ για την αντιμετώπιση της διεθνούς οικονομικής κρίσης

Bank-Guarantee-Funding-Bank
Διαβάστε επίσης

Γράφει ο Γιάννης Κουτρουμπής

Στην μελέτη αυτή θα αναλυθεί το ιστορικό, η λειτουργία και η δομή της Federal Reserve Bank of America και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στην παγκόσμια οικονομία αλλά και η οικονομική πολιτική που ακολούθησε, τόσο η Ε.Κ.Τ. όσο και η Fedστην οικονομική κρίση. Επίσης θα αναζητηθούν τυχόν ομοιότητες στην άσκηση της οικονομικής πολιτικής μεταξύ των δύο τραπεζών, αλλά και οι διαφορές τους, όπως αυτές αναδύονται από την εφαρμοζόμενη οικονομική τους πολιτική.

Στη μελέτη τίθεται μεταξύ άλλων το ερώτημα αν και κατά πόσο οι δύο τράπεζες μοιάζουν ή διαφέρουν ως προς την άσκηση της οικονομικής πολιτικής που εφαρμόστηκε για τον σκοπό της αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης.

Τίθεται επίσης το ερώτημα αν η πολιτική των κεντρικών αυτών τραπεζών ήταν αποτελεσματική ή όχι. Παρακάτω γίνεται μια συνοπτική παρουσίαση των δυο τραπεζών ως προς την δομή, την ιστορία και την λειτουργία τους και ακολουθούν οι ομοιότητες και οι διάφορες τους.

Federal Reserve Bank

Μετά από πολλές αποτυχημένες προσπάθειες για την δημιουργία ενός ορθού τραπεζικού συστήματος, το 1914 δημιουργήθηκε το Ομοσπονδιακό Αποθεματικό Σύστημα (Federal Reserve), το οποίο αποτέλεσε την κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ. Η Fed δημιουργήθηκε από τον νόμο Federal Reserve Act, τον οποίο ψήφισε το Κογκρέσο μετά από εισήγηση του Προέδρου Woodrow Wilson.

Ο νόμος αυτός εκτός από την ίδρυση του κεντρικού τραπεζικού συστήματος, δίνει την δυνατότητα στην Κεντρική Τράπεζα να εκδίδει νόμισμα και γραμμάτια. Η Τράπεζα λογοδοτεί στο Κογκρέσο, καθώς όλα τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας προτείνονται από τον Πρόεδρο των ΗΠΑ και ορίζονται έπειτα από έγκριση του Κογκρέσου.

Το Ομοσπονδιακό Αποθεματικό Σύστημα αποτελείται από το επταμελές Διοικητικό Συμβούλιο της Κεντρικής Τράπεζας (Board of Governors), την Ομοσπονδιακή Επιτροπή Ανοικτής Αγοράς, δώδεκα περιφερειακές κεντρικές τράπεζες τοποθετημένες σε μεγάλες πόλεις και πλήθος ιδιωτικών τραπεζών μέλη του τραπεζικού συστήματος των ΗΠΑ.

Το επταμελές Διοικητικό Συμβούλιο της κεντρικής τράπεζας αποτελείται από μέλη που ορίζονται από τον Πρόεδρο των ΗΠΑ έπειτα από έγκριση του Κογκρέσου για μία δεκατετράχρονη θητεία που δεν ανανεώνεται. Παρόλα αυτά, ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου έχουν τετραετή θητεία και ορίζονται από τον Πρόεδρο των ΗΠΑ, έπειτα από έγκριση του Κογκρέσου. Οι αρμοδιότητες του Προέδρου του Συμβουλίου είναι να διοικεί το προσωπικό της Fed, να διευθύνει τις συνεδριάσεις του Συμβουλίου και να καταθέτει τακτικά την πολιτική που ακολουθεί η Κεντρική Τράπεζα στις επιτροπές του Κογκρέσου.

Η Ομοσπονδιακή Επιτροπή Ανοικτής Αγοράς αποτελείται από τα επτά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και από πέντε από τους δώδεκα Προέδρους των περιφερειακών Κεντρικών Τραπεζών (οι πέντε Πρόεδροι έχουν δικαίωμα ψήφου, ενώ οι υπόλοιποι απλά παρευρίσκονται σε κάθε συνεδρίαση). Τα πέντε μέλη που έχουν δικαίωμα ψήφου εναλλάσσονται, εκτός από τον Πρόεδρο της περιφερειακής κεντρικής τράπεζας της Νέας Υόρκης, ο οποίος έχει πάντα δικαίωμα ψήφου. Η ΟΕΑΑ συνεδριάζει περίπου κάθε έξι εβδομάδες στην Ουάσινγκτον, ώστε να μελετά την οικονομική κατάσταση και να εκτιμά αν χρειάζονται αλλαγές στην νομισματική πολιτική.

Οι δώδεκα περιφερειακές κεντρικές τράπεζες βρίσκονται στην Βοστώνη, Νέα Υόρκη, Φιλαδέλφεια, Κλίβελαντ, Σικάγο, Ατλάντα, Ρίτσμοντ, Στ.Λούις, Ντάλλας, Κάνσας, Μινεάπολη και Σαν Φρανσίσκο. Κάθε τράπεζα από τις παραπάνω είναι υπεύθυνη για τις τράπεζες που βρίσκονται στην περιοχή τους. Οι περιφερειακές κεντρικές τράπεζες έχουν έναν πρόεδρο με πενταετή θητεία και δικαίωμα επανεκλογής και εννέα μέλη χωρισμένα σε τρεις κατηγορίες στις οποίες ασκούν τα καθήκοντα τους. Οι τρεις κατηγορίες από τρία μέλη του συμβουλίου της περιφερειακής τράπεζας. Η πρώτη κατηγορία αναφέρεται σε ιδιωτικές τράπεζες για τις οποίες είναι υπεύθυνα τα τρία μέλη του Δ.Σ της περιφερειακής τράπεζας. Η δεύτερη και η τρίτη κατηγορία αναφέρεται σε δημόσιες τράπεζες για τις οποίες είναι υπεύθυνα τα τρία μέλη της δεύτερης και τρίτης κατηγορίας.

Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα

Η κεντρική τράπεζα της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η οποία ιδρύθηκε την 1η Ιουνίου 1998 και έχει ως κύρια αρμοδιότητά της τη ρύθμιση της νομισματικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και του ευρώ. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει έδρα την Φρανκφούρτη.

Με το καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ιδρύθηκε, τόσο το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών, όσο και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η οποία αποτελεί τον πυρήνα του Ευρωσυστήματος και του ΕΣΚΤ. Το Ευρωσύστημα αποτελείται από την ΕΚΤ και τις Εθνικές Κεντρικές Τράπεζες όλων των κρατών μελών της ΕΕ που έχουν υιοθετήσει το ευρώ, ενώ το ΕΣΚΤ αποτελείται από την ΕΚΤ και τις Εθνικές Κεντρικές Τράπεζες όλων των κρατών μελών της ΕΕ, είτε έχουν υιοθετήσει το ευρώ, είτε όχι.

Αξίζει να αναφερθεί, ότι το μοντέλο λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας βασίζεται σε αυτό της Bundesbank, αλλά και ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είναι απολύτως ανεξάρτητη, δηλαδή δεν μπορεί η τράπεζα, ούτε να ζητά, άλλα ούτε και να δέχεται υποδείξεις από οποιονδήποτε άλλο οργανισμό.

Τα όργανα λήψης αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας είναι το Διοικητικό Συμβούλιο, το Γενικό Συμβούλιο και η Εκτελεστική Επιτροπή.

To Διοικητικό Συμβούλιο απαρτίζεται από τα έξι μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής τους διοικητές των δεκαοκτώ κεντρικών τραπεζών των χωρών της Ευρωζώνης και συνεδριάζει δύο φορές κάθε μήνα στα κεντρικά γραφεία της ΕΚΤ. Οι αρμοδιότητες του Διοικητικού Συμβουλίου είναι να χαράσσει την νομισματική πολιτική της ευρωζώνης και να καθορίζει τα επιτόκια δανεισμού που επιβάλλει η κεντρική τράπεζα στις εμπορικές τράπεζες.

Η Εκτελεστική Επιτροπή αποτελείται από έξι μέλη που διορίζονται με θητεία οκτώ ετών από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο με ειδική πλειοψηφία. (από τον Πρόεδρο, τον Αντιπρόεδρο και άλλα τέσσερα μέλη). Η Επιτροπή αυτή είναι αρμόδια για την προετοιμασία των συνεδριάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου, την διαχείριση των καθημερινών υποθέσεων της τράπεζας, την εφαρμογή των κατευθυντήριων γραμμών που έχει αποφασίσει το Διοικητικό Συμβούλιο και όποια άλλη αρμοδιότητα της εκχωρείται από το Διοικητικό Συμβούλιο.

Το Γενικό Συμβούλιο αποτελείται από τον Πρόεδρο της ΕΚΤ, τον Αντιπρόεδρο της ΕΚΤ και τους Διοικητές των εθνικών κεντρικών τραπεζών των εικοσιοκτώ κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το συμβούλιο αυτό είναι ένα μεταβατικό όργανο, το οποίο έχει ως κύρια αρμοδιότητα του, την προετοιμασία προσχώρησης νέων χωρών στην ευρωζώνη και σύμφωνα με το καταστατικό του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ θα καταργηθεί όταν όλα τα μέλη της ΕΕ έχουν υιοθετήσει το κοινό νόμισμα.

Παρόλο που η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα διέπεται από το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και όχι από το εταιρικό δίκαιο, λειτουργεί σαν εταιρεία υπό την έννοια, ότι έχει μετόχους και μετοχικό κεφάλαιο. Το μετοχικό της κεφάλαιο σύμφωνα με την πιο πρόσφατη μέτρηση του Ιουλίου 2013 είναι 7 δις. Τα μερίδια συμμετοχής των εθνικών κεντρικών τραπεζών στην κλείδα κατανομής για την εγγραφή στο κεφάλαιο της ΕΚΤ αντιστοιχούν στα μερίδια συμμετοχής των κρατών μελών στο πληθυσμό και στο ΑΕΠ της ΕΕ.

Οι εθνικές κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος είναι υποχρεωμένες να καταβάλλουν ολόκληρο το εγγεγραμμένο τους κεφάλαιο, ενώ οι εθνικές κεντρικές τράπεζες που βρίσκονται εκτός ευρώ θα πρέπει να καταβάλλουν ένα ελάχιστο ποσό του εγγεγραμμένου τους κεφαλαίου ως μία συνεισφορά στα λειτουργικά έξοδα της ΕΚΤ.

Παρακατω αναφέρεται συνοπτικά ο τρόπος που αντιμετώπισαν οι δυο τράπεζες την χρηματοπιστωτική κρίση προκειμένου να βρεθούν οι ομοιότητες και οι διάφορες των δυο τραπεζών ως προς την άσκηση της πολιτικής τους.

Federal Reserve

Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής αντιμετώπισαν μία χρηματοπιστωτική κρίση, δηλαδή μία κρίση των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων της χώρας, η οποία ξεκίνησε από τον κατασκευαστικό τομέα των ΗΠΑ με την ανάπτυξη μίας ιδιαίτερης κατηγορίας των στεγαστικών δανείων, τα λεγόμενα δάνεια χαμηλής εξασφάλισης. (sub-prime loans) Τα δάνεια αυτά χορηγούνταν σε οικογένειες με χαμηλή πιστοληπτική ικανότητα με αποτέλεσμα μεγάλη μερίδα του πληθυσμού με τις αυξήσεις των επιτοκίων να μην μπορεί να καλύψει τις υποχρεώσεις της. Τα δάνεια αυτά τιτλοποιήθηκαν υπό την μορφή ομολόγων και διατέθηκαν σε άλλους χρηματοοικονομικούς οργανισμούς.

Η μη εξυπηρέτηση των δανείων από τους δανειολήπτες είχε σαν αποτέλεσμα πρώτον την αδυναμία πληρωμής των παραπάνω ομολόγων και CDO’s. (Collateralized Debt Obligations) Δεύτερον, είχε ως αποτέλεσμα την έλλειψη ρευστότητας των αμερικάνικων τραπεζών, μετά και την πτώση της LehmanBrothers, και κατ’ επέκταση χάθηκε και η αξιοπιστία της πιστοληπτικής ικανότητας των τραπεζών.

Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ αντέδρασε επιθετικά ως προς την αντιμετώπιση της κρίσης αυτής μειώνοντας το βασικό της επιτόκιο από 5,25% το Σεπτέμβριο του 2007 σε 0% με 0,25% τον Δεκέμβριο του 2008. Εκτός από το εργαλείο της μείωσης του επιτοκίου η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ έλαβε και κάποια μη συμβατικά μέτρα για να αυξηθεί η ρευστότητα στην αγορά, τα οποία ονομάστηκαν μέτρα ποσοτικής και ποιοτικής χαλάρωσης (quantitative and qualitative easing).

Πιο αναλυτικά, τα μη συμβατικά μέτρα που έλαβε η Ομοσπονδιακή Τράπεζα ήταν πρώτον η διοχέτευση ρευστότητας στο χρηματοπιστωτικό σύστημα μέσω της αγοράς κρατικών ομολόγων, το οποίο είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση της ρευστότητας της τράπεζας στα 2,209 Β$ και δεύτερον η εφαρμογή του μέτρου του δανεισμού σε ευρεία κλίμακα.

Το Δεκέμβριο του 2007 η Ομοσπονδιακή Τράπεζα ξεκινά το πρόγραμμα «ποσοτικής χαλάρωσης», το οποίο απαρτιζόταν από τρία σκέλη.

Το πρώτο σκέλος του προγράμματος «ποσοτικής χαλάρωσης» αφορούσε την παροχή διευκολύνσεων μέσω της δημιουργίας δημοπρασιών καθορισμένης διάρκειας (Term Auction Facility), δίνοντας την δυνατότητα στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να αποκτούν ρευστότητα, έναντι ενεχύρου μέσω αποδεκτών περιουσιακών στοιχείων. Ακόμη, η Fed ήρθε σε συνεννόηση με άλλες δεκατέσσερις κεντρικές τράπεζες μεταξύ των οποίων η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και η Κεντρική Τράπεζα της Ελβετίας για να γίνει μία ανταλλαγή νομισμάτων (swap currency lines), με αποτέλεσμα να βελτιωθούν οι συνθήκες ρευστότητας στις χρηματαγορές.

Έπειτα το Μάρτιο 2008 η Ομοσπονδιακή Κεντρική Τράπεζα ανακοίνωσε ένα νέο πρόγραμμα δανεισμού τίτλων (Term Security Lending Facility), με το οποίο η τράπεζα θα δάνειζε τίτλους αξίας έως και 200 δις $ για μια περίοδο 28 ημερών δεσμεύοντας χρεόγραφα διαφόρων μορφών, όπως για παράδειγμα τιτλοδοτημένα στεγαστικά δάνεια.

Άλλο ένα μέτρο, το οποίο εφάρμοσε η Fed στο πρώτο σκέλος του προγράμματος, ήταν η διεύρυνση της λίστας των αποδεκτών περιουσιακών στοιχείων στο μηχανισμό δανεισμού που παρείχε τους κυρίαρχους διαπραγματευτές της αγοράς (Primary Dealer Credit Facility) με αποτέλεσμα να ισχύουν περισσότερο ελαστικά πιστοληπτικά κριτήρια.

Το δεύτερο σκέλος του προγράμματος, που εφάρμοσε η Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ, αφορούσε την παροχή ρευστότητας απευθείας, τόσο στους δανειολήπτες, όσο και στους πιστωτές, σε βασικές πιστωτικές αγορές.

Για να πετύχει το δεύτερο σκέλος του προγράμματος, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα θεσμοθέτησε την διευκόλυνση, με σκοπό την εξασφάλιση της ρευστότητας σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα μέσω της απόκτησης τιτλοποιημένων εμπορικών ομολόγων από κεφάλαια της αγορά χρήματος που ήταν έτοιμα να ρευστοποιηθούν. (Asset-Backed Commercial Paper Money Market Mutual Fund Liquidity Facility (AMLF) (Σεπτέμβριος 2008)

Στην συνέχεια, η Fed χρηματοδότησε τις αμερικάνικες επιχειρήσεις μέσω της αγοράς τρίμηνων αμερικάνικων ομολόγων απευθείας από τους εκδότες τους. Η κίνηση αυτή ονομάστηκε «Commercial Paper Funding Facility» (CPFF).Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα θεσμοθέτησε άλλη μία διευκόλυνση, με την οποία παρείχε δάνεια ύψους 200 δις $ για σύντομο χρονικό διάστημα χωρίς το δικαίωμα προσφυγής σε κατόχους αξιόγραφων που προέρχονται από τιτλοποίηση (asset backed securities) και είναι αξιολογημένες με ΑΑΑ.

Στην τρίτη δέσμη μέτρων, η Fed επέκτεινε το εργαλείο που διαθέτει σχετικά με τις επιχειρήσεις της ανοιχτής αγοράς, του οποίου σκοπός είναι να υποστηρίζει την σωστή λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών, για να ασκήσει πτωτικές πιέσεις στα μακροπρόθεσμα επιτόκια και να συμβάλλει στην επίτευξη της χαλάρωσης των ευρύτερων οικονομικών συνθηκών μέσω της αγοράς μακροπρόθεσμων τίτλων για το χαρτοφυλάκιο της.

Πιο αναλυτικά, τον Σεπτέμβριο του 2012 η Ομοσπονδιακή Επιτροπή Ανοικτής Αγοράς (FOMC) αποφάσισε να αυξήσει την χαλάρωση της πολιτικής, μέσω της αγοράς τίτλων, που υποστηρίζονταν με υποθήκες, από οργανισμούς (Mortgage Backed Securities) σε έναν ρυθμό των 40 δις $ ανά μήνα. Η κίνηση αυτή έγινε εκ μέρους της Επιτροπής προκειμένου να υποστηριχτεί μία αυξημένη οικονομική ανάκαμψη, αλλά και για να συμβάλλει στην διασφάλιση της σταθερότητας του πληθωρισμού.

Επιπλέον, τον Ιανουάριο του 2013 η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ άρχισε να αγοράζει μακροπρόθεσμα ομόλογα με έναν ρυθμό των 45 δις $ τον μήνα.

Αξίζει να αναφερθεί, πως η Ομοσπονδιακή Κεντρική Τράπεζα βοήθησε στην διάσωση πολλών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων όπως την BearStearns, η οποία διεσώθη από την JPMorgan, μετά από παρέμβαση της Fedη οποία παρείχε στην τελευταία πιστωτική διευκόλυνση ύψους 29 δις $.

Άλλο ένα παράδειγμα διάσωσης αποτελεί η AIG, η οποία διεσώθη από την Ομοσπονδιακή Κεντρική Τράπεζα μέσω της παροχής δανείου ύψους 85 δις $, με αντάλλαγμα τον έλεγχο του μετοχικού κεφαλαίου της AIGσε ποσοστό 79,9%.

Εν κατακλείδι, το αποτέλεσμα της αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης από την Ομοσπονδιακή Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ ήταν ότι αυξάνοντας την ρευστότητα στις εμπορικές τράπεζες, αλλά και στις αγορές και μειώνοντας το επιτόκιο στο 0% έδωσε την δυνατότητα για ανάκαμψη της αμερικάνικης οικονομίας και την εκ νέου διοχέτευση χρήματος και ρευστότητας στις επιχειρήσεις και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.

Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα

Το πρόβλημα ρευστότητας προέκυψε μετά από την πτώση της LehmanBrothers, όπου οι τράπεζες αναγκάστηκαν να προβούν σε απαξίωση των περιουσιακών στοιχείων του ενεργητικού τους, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν σοβαρά προβλήματα αξιοπιστίας μεταξύ των τραπεζών. Η δεύτερη έκφανση είναι ο δημοσιονομικός χαρακτήρας της κρίσης, ο οποίος προήλθε από την εισδοχή ρευστότητας στις ευρωπαϊκές οικονομίες, με αποτέλεσμα την αύξηση του δημόσιου χρέους και των ελλειμμάτων των οικονομιών.

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα εφάρμοσε συντηρητική πολιτική ως προς την αντιμετώπιση της κρίσης και αυτό παρατηρείται, τόσο από την μείωση του επιτοκίου της από το 4,25% τον Οκτώβριο του 2008 στο 1 % τον Ιούνιο του 2009, όσο και από την λήψη έκτακτων μέτρων παροχής ρευστότητας, η οποία δεν έφερε μεγάλη αύξηση στο ενεργητικό της κεντρικής τράπεζας.

Τα μη συμβατικά μέτρα, τα οποία έλαβε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είναι τα ακόλουθα:

Πρώτον, για να καλύψει τις ανάγκες σε ρευστότητα των τραπεζών της ζώνης του ευρώ σε δολάρια ΗΠΑ, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ξεκινά την παροχή ρευστότητας σε δολάρια με βάση την συμφωνία ανταλλαγής νομισμάτων που είχε συνάψει με την Ομοσπονδιακή Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ.

Ένα άλλο μέτρο, το οποίο εφάρμοσε η ΕΚΤ ήταν η διενέργεια εβδομαδιαίων πράξεων αναχρηματοδότησης με την μορφή δημοπρασίας σταθερού επιτοκίου με πλήρη κατανομή, δηλαδή το επιτόκιο ορίζεται από την αρχή και η Κεντρική Τράπεζα παρέχει όση ρευστότητα της ζητήσουν οι τράπεζες, υπό την προϋπόθεση της καλής ποιότητας των ασφαλειών που παρέχουν.

Τον Ιούνιο του 2009, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ανακοινώνει ένα πρόγραμμα αγοράς καλυμμένων ομολόγων, με σκοπό την αναζωογόνηση του κατάλληλου τμήματος της αγοράς που θα βοηθούσε στην εκ νέου αναχρηματοδότηση των τραπεζών.

Για να εξασφαλίσει την ομαλή λειτουργία του μηχανισμού μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής, η Κεντρική Τράπεζα ανακοινώνει άλλο ένα πρόγραμμα που περιέχει μία δεσμίδα μέτρων, η οποία θα βοηθούσε να αντιμετωπιστούν οι δυσκολίες στις αγορές τίτλων.

Ένα άλλο μέτρο, που εφάρμοσε η ΕΚΤ ήταν η μείωση του συντελεστή ελάχιστων αποθεματικών από 2% σε 1% από τον Ιανουάριο του 2012. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προχώρησε στην διενέργεια μακροπρόθεσμης αναχρηματοδότησης των τραπεζών διάρκειας 36 μηνών προκειμένου να δώσει ώθηση στην αγορά χρήματος.

Τέλος, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για να διασφαλίσει τον ενιαίο χαρακτήρα της άσκησης της νομισματικής πολιτικής σταμάτησε τα προγράμματα αγοράς τίτλων και εισήγαγε ως ένα τελευταίο μέτρο αντιμετώπισης της κρίσης τις Οριστικές Νομισματικές Συναλλαγές, οι οποίες είναι συναλλαγές στις δευτερογενείς αγορές κρατικών ομολόγων που έχουν ως σκοπό την αντιμετώπιση σοβαρών στρεβλώσεων, με αποτέλεσμα να ανατρέπονται τα καταστροφικά σενάρια που συνεπάγονται προσπάθειες αποσταθεροποίησης του ευρώ.

Κλείνοντας, το αποτέλεσμα της συντηρητικής πολιτικής και κατ’ επέκταση της πολιτικής λιτότητας που εφάρμοσε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ήταν η ύφεση που έχει αρχίσει να φαίνεται στις χώρες της Ευρωζώνης, αλλά και η αύξηση των ελλειμμάτων πολλών χωρών λόγω της παροχής ρευστότητας. Παρόλα αυτά, δεν μπορούμε ακόμα να εκτιμήσουμε πλήρως την αποτελεσματικότητα της οικονομικής πολιτικής που εφάρμοσε η ΕΚΤ, καθώς σε μερικές χώρες ακόμα η οικονομική κρίση είναι ορατή.

Παρακάτω αναλύονται οι ομοιότητες και οι διάφορες των οικονομικών πολιτικών των δυο τραπεζών.

Ομοιότητες των δύο τραπεζών στην οικονομική πολιτική

Αναφορικά με τις ομοιότητες της οικονομικής πολιτικής που ακολούθησαν η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, για να αντιμετωπίσουν την πρόσφατη χρηματοοικονομική κρίση, παρατηρούνται τα παρακάτω:

1) Αμφότερες, οι κεντρικές τράπεζες προχώρησαν στην μείωση του επιτοκίου παρέμβασης, η μία (Fed)από 5,25% σε 0% με 0,25% και η ΕΚΤ από 4% τον Οκτώβριο του 2008 σε σταδιακή μείωση προς το 1% τον Ιούνιο του 2009.

2) Παρατηρείται ομοιότητα στην οικονομική πολιτική και στην λήψη μη συμβατικών μέτρων, τόσο από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ, όσο και από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, προκειμένου να υπάρξει ρευστότητα στην αγορά χρήματος και να ενισχυθούν με αυτόν τον τρόπο οι τράπεζες.

3) Οι δύο Κεντρικές Τράπεζες κατάφερανμετην λήψη, μη συμβατικών μέτρων και την επακόλουθη εισροή ρευστότητας στην αγορά χρήματος να αυξήσουν το ύψος του ενεργητικού τους.(Ομοσπονδιακή Κεντρική Τράπεζα= 2.207,3 δις $ τον Δεκέμβριο του 2009, Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα= 1.759,4 δις ευρώ τον Δεκέμβριο του 2009).

4) Οι πολιτικές των κεντρικών τραπεζών είναι όμοιες λόγω της κοινής εφαρμογής μίας συμφωνίας ανταλλαγής νομισμάτων προκειμένου να εισρεύσει ρευστό σε νόμισμα δολαρίου, τόσο στις ευρωπαϊκές τράπεζες, όσο και στις αμερικάνικες τράπεζες.

5) Τέλος, άλλη μία ομοιότητα είναι ότι και οι δύο κεντρικές τράπεζες έδιναν δάνεια σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα με χαμηλό και σταθερό επιτόκιο για να εισρεύσει ρευστότητα στις τράπεζες.

Διαφορές των δύο τραπεζών στην οικονομική πολιτική

Oι διαφορές που υπήρχαν στην οικονομική πολιτική που εφάρμοσαν η Ομοσπονδιακή Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για να αντιμετωπίσουν την παρούσα οικονομική κρίση, παραθέτονται παρακάτω:

1. Η κύρια διαφορά στην πολιτική που εφάρμοσαν εντοπίζεται στον χαρακτήρα της κρίσης, δηλαδή η Fedείχε να αντιμετωπίσει μία κρίση των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων της χώρας, ενώ η ΕΚΤ είχε να αντιμετωπίσει μία δημοσιονομική, αλλά και ταυτόχρονα μία χρηματοπιστωτική κρίση.

2. Η πολιτική που εφάρμοσε η FederalReserveγια να αντιμετωπίσει την κρίση ήταν πιο επιθετική, διότι περιελάμβανε όλους τους τομείς που είχαν πληγεί από την χρηματοπιστωτική κρίση, ενώ η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα εφάρμοσε μία συντηρητική πολιτική σε σύγκριση με την πολιτική της τράπεζας των ΗΠΑ.

3. Ως προς την πολιτική επιτοκίου, ηFed μείωσε το κύριο επιτόκιο της από 5,25% τον Σεπτέμβριο του 2007 σε 0% με 0,25% τον Δεκέμβριο του 2008, ενώ η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα μείωσε το επιτόκιο της σταδιακά από 4,25% τον Οκτώβριο του 2008 στο 1% τον Ιούνιο 2009.

4. Αναφορικά με το ύψος του ενεργητικού τους, η διαφορά παρατηρείται στο γεγονός, ότι στην Ομοσπονδιακή Κεντρική Τράπεζα το ύψος του ενεργητικού αυξήθηκε κατά 2,209 δις δολάρια το Δεκέμβριο του 2009, ενώ το ύψος του ενεργητικού της ΕΚΤ αυξήθηκε κατά 1,759,4 δις ευρώ το Δεκέμβριο του 2009.

5. ΗFed με την δεύτερη δέσμη μέτρων που υιοθέτησε βοήθησε τις αμερικάνικες επιχειρήσεις παρέχοντας τους ρευστότητα μέσω των προγραμμάτων CPFF (Commercial Paper Funding Facility), με στόχο την ανάκαμψη της αγοράς, ενώ η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν εφάρμοσε τέτοιου είδους πολιτική.

6. Τέλος, μία επιπλέον διαφορά μεταξύ των πολιτικών αντιμετώπισης της κρίσης είναι ότι στην μεν Ομοσπονδιακή Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ εφαρμόστηκε μια πολιτική που στήριξε τις επιχειρήσεις, τους επενδυτές και τις τράπεζες, ενώ στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα εφαρμόστηκε μια πολιτική που στήριξε τα κράτη και τις τράπεζες μέσω προγραμμάτων διάσωσης και αναχρηματοδότησης των τραπεζών.

Ανακεφαλαιώνοντας, οι διαφορές των δυο τραπεζών, τόσο στην άσκηση της πολιτικής τους για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που δημιούργησε η χρηματοπιστωτική κρίση, όσο και στην λειτουργία τους είναι αναρίθμητες. Η εφαρμογή της πολιτικής που βοήθησε το κράτος των ΗΠΑ ήταν η χρηματοδότηση του παραγωγικού ιστού της οικονομίας και με αυτό τον τρόπο έχει πλέον γίνει η επανεκκίνηση της οικονομίας, ενώ η Ευρώπη εχει ακόμα πρόβλημα με τις μισές χώρες να αντιμετωπίζουν μεγάλα προβλήματα.

Παλαιότερα άρθρα: