Τα τοπικά Επιμελητήρια ως συντονιστικά κέντρα για την τουριστική ανάπτυξη των περιοχών τους

epixeirimatias-stelexos-epixeirisis-epixeirisi
Διαβάστε επίσης

Γράφει ο Γιάννης Παπαδημητρόπουλος

Έχουμε ξανασυζητήσει το γεγονός ότι τουριστικές επιχειρήσεις δεν θεωρούνται μόνο αυτές που έχουν άμεση ανάμειξη με την εξυπηρέτηση των εισερχόμενων τουριστικών ροών, δηλαδή τα ξενοδοχεία, οι ακτοπλοϊκές και αεροπορικές εταιρίες, τα τουριστικά γραφεία ή ακόμα και τα καταστήματα τουριστικών σουβενίρ. Τουριστική και άρα εξαγωγική επιχείρηση (στο βαθμό που παρέχει προϊόντα και υπηρεσίες σε εισερχόμενους τουρίστες που εισάγουν συνάλλαγμα σε μια χώρα), μπορεί να θεωρηθεί κάθε επιχείρηση που θα εξυπηρετήσει τις ανάγκες του τουρίστα κατά τη διάρκεια διαμονής του σε μια χώρα και μπορεί να είναι από την παραδοσιακή ψησταριά της γειτονιάς στην οποία θα πάει να φάει, το περίπτερο που θα αγοράσει ένα μπουκαλάκι νερό ή ένα παγωτό, το ταξί που θα τον μεταφέρει από το ένα σημείο στο άλλο, ακόμα και το κατάστημα ρούχων και υποδημάτων που θα αγοράσει ο τουρίστας ένα ζευγάρι παπούτσια ή ρούχα της επιλογής του ή και μια γκαλερί που θα επισκεφθεί ενόσω βρίσκεται στον προορισμό.

Τα τοπικά Επιμελητήρια σε όλη την Ελλάδα έχουν αποδειχτεί ισχυροί θεσμοί που συγκεντρώνουν υπό την «ομπρέλα» τους μεγάλο αριθμό διαφοροποιημένων τοπικών επιχειρήσεων. Είναι Ν.Π.Δ.Δ., που έχουν ως έργο τους να αναλύουν και να αντιμετωπίζουν προβλήματα στις τοπικές οικονομίες, να προτείνουν λύσεις, να διασυνδέουν μεταξύ τους επιχειρήσεις με διαφορετικά αντικείμενα και να αποτελούν συμβουλευτικά όργανα του κράτους και των τοπικών κυβερνητικών και αυτοδιοικητικών φορέων σε θέματα οικονομικής ανάπτυξης, επιχειρηματικότητας & καινοτομίας καθώς και ενθάρρυνσης της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, με στόχο την ανάπτυξη τόσο της περιοχής τους όσο και της χώρας συνολικά.

Για να επιτύχουν τους σκοπούς τους αυτούς, τα Επιμελητήρια συμμετέχουν στο δημόσιο διάλογο με παρεμβάσεις, καταθέτουν προτάσεις προς τα αρμόδια όργανα του Κράτους, ιδρύουν και διαχειρίζονται αναπτυξιακές εταιρίες, οργανώνουν ανοιχτές διαδικασίες διαλόγου για όλα τα τοπικά οικονομικά θέματα και διατηρούν κέντρα πληροφόρησης για τις τοπικές επιχειρήσεις, το προσωπικό και το δυναμικό τους.

Στο πλαίσιο αυτό, τα κατά τόπους Επιμελητήρια είναι σε θέση να έχουν μια γενική εικόνα των τοπικών οικονομιών, των τοπικών παραγωγικών πόρων, των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται σε ένα γεωγραφικό χώρο (μια Περιφέρεια της χώρας, μια Περιφερειακή Ενότητα, όπως π.χ. η Αχαΐα ή κάτι πιο χωρικά περιορισμένο, όπως π.χ. μια συγκεκριμένη περιοχή). Γνωρίζουν από πρώτο χέρι τις δυνατότητες και τις αδυναμίες των επιχειρήσεων, τις καινοτομικές πρακτικές που ίσως εφαρμόζουν, τις στοχεύσεις τους και μπορούν να καθοδηγήσουν επιχειρήσεις διαφορετικών κλάδων σε συνεργασίες για την παραγωγή οικονομικού αποτελέσματος.

Αυτή η βαθειά γνώση των τοπικών παραγωγικών και εμπορικών δυνατοτήτων και του επιχειρηματικού τοπίου στις περιοχές τους, είναι που κάνει τη συμβολή των Επιμελητηρίων στην τουριστική ανάπτυξη και προβολή των περιοχών αυτών, όχι απλά απαραίτητη, αλλά αυτονόητη. Τα τοπικά Επιμελητήρια πρέπει να λειτουργούν κυριολεκτικά ως συντονιστικά κέντρα όλων των δράσεων που στοχεύουν στην προσέλκυση τουριστών. Μέσω αυτών πρέπει να προτείνονται και να συζητούνται όλα τα πιθανά projects τουριστικής αξιοποίησης, ώστε να καταθέτουν την εμπειρία τους και τη γνώση τους πάνω στις τοπικές ιδιαιτερότητες, να εκπονούν μελέτες για τα μετρήσιμα θετικά αποτελέσματα στις τοπικές οικονομίες και κοινωνίες και για τον περιορισμό των τυχόν αρνητικών παρελκομένων. Ο ρόλος τους ως συμβουλευτικών φορέων δεν πρέπει να είναι απλά τυπικός, αλλά απολύτως ουσιαστικός και οι συστάσεις τους πρέπει να λαμβάνονται πολύ σοβαρά υπόψη κάθε κυβερνητικού φορέα που αποφασίζει για έγκριση ή μη σημαντικών τουριστικών επενδύσεων.

Ακόμα, τα ίδια τα Επιμελητήρια πρέπει να φροντίσουν να κάνουν τις βάσεις δεδομένων των μελών τους πληρέστερες, πιο εμβριθείς και πάντα ενημερωμένες στο συνεχώς μεταβαλλόμενο τοπίο της ιδιωτικής επιχειρηματικότητας, όπου επιχειρήσεις δυστυχώς κλείνουν κατά εκατοντάδες κάθε μήνα και ανοίγουν κατά δεκάδες (κυρίως εστίασης ή ατομικές). Κάθε καταχώρηση για κάθε κλάδο πρέπει να είναι όσο πιο λεπτομερής γίνεται, σύμφωνα με τα στάνταρντ των αντίστοιχων διεθνών φορέων και εύκολα προσβάσιμη από οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο εμπορικό εταίρο που έχει σκοπό να ερευνήσει την πιθανότητα επένδυσης στην περιοχή και αναζητά τοπικούς συνεργάτες. Εδώ όμως έγκειται και άλλη μια δυνατότητα που έχουν τα Επιμελητήρια. Η πληροφόρηση που δίνουν, για να είναι όσο πιο αποτελεσματική γίνεται, χρειάζεται να είναι όχι μόνο B2B, αλλά B2C, με κάθε ένα τοπικό Επιμελητήριο να διαθέτει μια φιλική προς το χρήστη-μελλοντικό τουρίστα πλατφόρμα αναζήτησης τοπικών επιχειρήσεων κάθε είδους, ανάλογα με τα ενδιαφέροντά του, ώστε να του παρέχει την ευκαιρία να οργανώσει πιο σωστά μια επίσκεψη, γνωρίζοντας εκ των προτέρων ιδιαίτερες τοπικές επιχειρήσεις που μπορεί να επισκεφτεί για να εξυπηρετήσει κάθε ανάγκη του, από εστιατόρια και μπαρ (που εν πολλοίς καλύπτονται από το TripAdvisor και παραπλήσιες εφαρμογές), μέχρι κομμωτήρια, καταστήματα ειδών ένδυσης, βιβλιοχαρτοπωλεία, ελεύθερους επαγγελματίες που προσφέρουν μια σειρά υπηρεσιών και κάθε μορφή εν δυνάμει τουριστικής (και άρα εξαγωγικής) επιχείρησης. Εξυπακούεται ότι η δημόσια αυτή βάση δεδομένων θα προσφέρεται εκτός από τα ελληνικά σε όσες περισσότερες το δυνατό γλώσσες.

Αν ένα Επιμελητήριο επιθυμεί η τυχόν εισερχόμενη τουριστική είσπραξη να διαχυθεί σε ολόκληρη την οικονομία της περιοχής του, πιο άμεσα από την διαδικασία του πολλαπλασιαστή τουριστικού εισοδήματος που θα πάρει χρόνο, οφείλει να μεριμνήσει για την προβολή όλων των επαγγελματιών μιας περιοχής σε ένα όσο το δυνατόν μεγαλύτερο ακροατήριο. Παράλληλα, η γνώση της τοπικής οικονομικής πραγματικότητας από τα μέλη των διοικητικών οργάνων και επιτροπών των Επιμελητηρίων, μπορεί να εγγυηθεί την ορθολογική αξιολόγηση όλων των πιθανών τουριστικών επενδύσεων, με το θεσμό του Επιμελητηρίου να έχει τη δομή να λειτουργήσει ως συντονιστικός φορέας μεγάλων ή μικρών επενδυτικών προσπαθειών, τόσο από επιχειρηματίες της Τοπικής κοινωνίας, όσο και από σχήματα της Ελλάδας και του εξωτερικού.

Κανείς δεν ξέρει ένα «σπίτι» καλύτερα από τον ένοικό του, το «νοικοκύρη» του, όχι μόνο που βρίσκεται το κάθε απαραίτητο σκεύος ή συσκευή, αλλά και πως χρησιμοποιείται, τις ιδιαιτερότητές του κ.α. και κανείς δεν μπορεί να δείξει αυτές τις δυνατότητες σε έναν «μουσαφίρη» καλύτερα από τον ίδιο τον ένοικο.

Παλαιότερα άρθρα: