Το δίλημμα του Κυριάκου Μητσοτάκη

kuriakos_to_dilima
Διαβάστε επίσης

Γράφει ο Ceteris Paribus

«Νέα κατάσταση, νέα καθήκοντα» συνηθίζουν να λένε στην Αριστερά όταν αλλάζει η συγκυρία. Για τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης Κυριάκο Μητσοτάκη η αλλαγή της πολιτικής συγκυρίας θέτει ευθέως ζήτημα επανεξέτασης της έως σήμερα πολιτικής τακτικής και -χωρίς να θέλουμε να γίνουμε βαρύγδουποι- στρατηγικής. Όλα ξεκινούν από το ερώτημα: υπάρχει ζήτημα τέτοιας επανεξέτασης μπροστά στην επερχόμενη συμφωνία που αλλάζει τα δεδομένα και αναδιαμορφώνει της συνθήκες διεξαγωγής του πολιτικού παιχνιδιού στην Ελλάδα;

Το νέο στοιχείο της συγκυρίας είναι πως η κυβέρνηση «αγοράζει» χρόνο για μια σχετικά «κανονική» διακυβέρνηση. Απομακρύνεται το φάσμα της «παρένθεσης», της ομηρείας στην αστάθεια μιας διαπραγμάτευσης «χωρίς αύριο». Ξεπερνιέται ο ορίζοντας άμεσων ραγδαίων εξελίξεων με «ανατρεπτική γόμωση». Σε αυτό το πλαίσιο, η οικονομία, δηλαδή όλοι οι δρώντες οικονομικοί παράγοντες τώρα μπορούν να «ξανοιχτούν» -έστω και με πολλή προσοχή- και να σχεδιάσουν με βάση ένα βραχυμεσοπρόθεσμο ορίζοντα σχετικής πολιτικής σταθερότητας κι όχι σε ένα κλίμα δραματοποιήσεων και πλήρους πολιτικής αβεβαιότητας.

Από το Σεπτέμβριο του 2014, αν όχι αμέσως ύστερα από τις ευρωεκλογές του Μαΐου 2014, η οικονομία βρίσκεται υπό τη δαμόκλειο σπάθη ενός είδους «πολιτικής αναστολής»: πέρα από το «στοιχειωδώς απαραίτητο», κανείς δεν ήθελε να επενδύσει ή να καταναλώσει – με την εξαίρεση όσων αισθάνονταν αρκετά «χειραφετημένοι» από το πολιτικό ρίσκο, που ήταν όμως πολύ λίγοι, ή όσων χαίρονται όπως «ο λύκος στην αναμπουμπούλα» επενδύοντας σε «αρπαχτές» ή ακόμη χειρότερα στη «μαύρη» επιχειρηματικότητα που στην κρίση ο τζίρος της ανεβαίνει…

Πόσος θα είναι αυτός ο χρόνος; Κανείς δεν γνωρίζει ούτε μπορεί να πει με σιγουριά. Στη μνημονιακή περίοδο, από το 2010 έως και σήμερα, καμία κυβέρνηση δεν μακροημέρευσε. Από το 2010 μέχρι σήμερα είχαμε 4 κυβερνήσεις σε διάστημα 6,5 χρόνων. Η κυβέρνηση ΓΑΠ άντεξε 2 χρόνια, η κυβέρνηση Σαμαρά 2,5. Πολύ δύσκολα αυτή η κυβέρνηση θα ξεπεράσει αυτά τα «ρεκόρ», διότι είμαστε ακόμη στην περίοδο που τα «θαύματα» διαρκούν λίγο… Όπως και αν τα μετρήσουμε όμως, αν εξαιρέσουμε απρόβλεπτους εξωγενείς παράγοντες (π.χ. η επικράτηση του ΟΧΙ στο βρετανικό δημοψήφισμα ή μια οξεία κρίση με την Τουρκία κ.λπ.), για το προβλεπτό διάστημα η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ για πρώτη φορά από τον Ιανουάριο του 2015 θα δοκιμαστεί από την ικανότητα ή την αδυναμία της στο κυβερνάν έχοντας μπροστά της χρόνο για να καταθέσει τις «αποδείξεις» της.

Αφού λοιπόν οι «έκτακτες περιστάσεις» ξεπερνιούνται για το προβλεπτό διάστημα (έστω προσωρινά, σχετικά και αβέβαια), όλοι καλούνται πλέον να σχεδιάσουν με αυτό το δεδομένο – μεταξύ αυτών και ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Το πρώτο που είναι προφανές, είναι πως η τακτική «εκλογές τώρα» δεν μπορεί παρά να εγκαταλειφθεί. Είναι σε προφανή αντίφαση με τη νέα συγκυρία αλλά και μέτρο και «τεκμήριο» μιας αποτυχίας – ως τακτική απέτυχε στο στόχο της. Αυτό, όμως, συμπαρασύρει και άλλα: αν το «εκλογές τώρα» και το «να φύγει η κυβέρνηση» αναγκαστικά πρέπει να εγκαταλειφθούν ή να «παγώσουν», πρέπει επίσης να σχετικοποιηθεί το «Όχι σε όλα» στη Βουλή. Φαίνεται πως αυτό γίνεται αντιληπτό – αυτό δηλώνει η διαφαινόμενη πρόθεση της ηγεσίας της ΝΔ να ψηφίσει το υπολειπόμενο «πακέτο» μέτρων για την αξιολόγηση στη Βουλή ή τμήμα αυτού. (Εξάλλου, σύμφωνα με τις πληροφορίες μας, ο Κυριάκος Μητσοτάκης δέχθηκε μεγάλες πιέσεις από τους Ευρωπαίους και διεθνείς συνομιλητές του σε αυτή την κατεύθυνση)

Αυτό το τελευταίο, όμως, έχει μια χροιά «τακτικής Μεϊμαράκη». Και ήδη κάποιοι έσπευσαν να «προειδοποιήσουν» τον Κυριάκο Μητσοτάκη να μην κάνει «το μεγάλο λάθος».

Όλα αυτά όμως είναι οι τακτικές όψεις του ζητήματος. Στρατηγικά, το δίλημμα για το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης τίθεται ως εξής: θα επενδύσει σε «θερμή» και «ανατρεπτική» στρατηγική που θα θυμίζει στα καθ’ ημάς της δεκαετία από το 1985 έως το 1994 ή στην πιο «hot» εκδοχή της τη λατινοαμερικανικού «πολιτικού ύφους» αντιπαράθεση ανάμεσα στη Δεξιά και τον περονισμό, ή σε μια ήπια, ευρωπαϊκή, μεταρρυθμιστική και -έστω και «λελογισμένα»- συναινετική στρατηγική; Θα επενδύσει σε μια στρατηγική «θερμής» ανατροπής της κυβέρνησης με συνθήματα του τύπου «ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει Αριστερά» ή μιας ήπιας διαδοχής όταν έρθει το πλήρωμα του χρόνου;

Φυσικά, υπάρχουν και παραλλαγές των δύο στρατηγιών αλλά και «υβρίδια» που συνθέτουν πλευρές των δύο. Και επειδή η Ελλάδα δεν είναι ούτε Ελβετία ούτε Σουηδία, η πολιτική διαπάλη θα είναι σε κάθε περίπτωση μάλλον θερμή, διότι «θερμές» ήταν και θα παραμείνουν οι διαθέσεις του εκλογικού σώματος στην Ελλάδα, σε μια κοινωνία με ανεργία πάνω από 25%, με παρατεταμένη ύφεση, με εκτεταμένη φτώχεια, με πληγωμένο αίσθημα υπερηφάνειας. Σε ένα τέτοιο κοινωνικό «υπόστρωμα», καμία κυβερνητική έξοδος δεν θα είναι καθαρά «ευρωπαϊκή» και «πολιτισμένη»- όταν μάλιστα τα «ακραία πολιτικά φαινόμενα» εισβάλλουν στη σκηνή απ’ άκρου εις άκρον της ευρωπαϊκής ηπείρου, περιλαμβανομένης της ίδιας της Γερμανίας και χωρών «υπεράνω πάσης υποψίας» όπως η Αυστρία. Το εκλογικό σώμα θέλει να γοητεύεται και ταυτόχρονα αντιδρά «θερμά» όταν απογοητεύεται – όποιος γοητεύεται, απογοητεύεται κιόλας.

Υπάρχει επίσης κάτι άλλο, απολύτως θεμελιώδες, που πρέπει να εκτιμηθεί σωστά: όταν η κυβέρνηση ξαναβρεθεί ενώπιον φουρτουνιασμένων «κάβων», αυτό θα συνοδευτεί με υποτροπή της ελληνικής κρίσης συνολικά ή όχι; Θα είναι, όπως συμβαίνει όλα τα τελευταία χρόνια ύστερα από το 2010, «διπλή» κρίση της κυβέρνησης αλλά και της χώρας ή μόνο της κυβέρνησης; Είναι το πιο θεμελιώδες ζήτημα εκτίμησης για να εκπονηθεί οποιαδήποτε στρατηγική.

Όσοι επενδύουν στην επάνοδο μιας «διπλής» κρίσης, ήδη «ακροβολίζονται» στο χώρο της Νέας Δεξιάς του Φαήλου Κρανιδιώτη (εκτός αν το κάνουν μόνο από ιδεολογική προσήλωση, χωρίς να υποψιάζονται καν πόσο καθοριστικό είναι αυτό το δίλημμα…) και της ευρύτερης σύμπραξης με Μπαλτάκο, Καρατζαφέρη κ.λπ.

Από την άλλη, οι δηλώσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη ύστερα από τις συναντήσεις του με τον γ.γ. του ΟΟΣΑ κ. Άνχελ Γκουρία και τον Γάλλο υπουργό Οικονομικών Εμανουέλ Μακρόν και κυρίως η «συνθηματοποίηση» της στρατηγικής του με το «η διαχωριστική δεν είναι μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς αλλά μεταξύ μεταρρυθμιστών και λαϊκιστών», δείχνει προς την άλλη στρατηγική επιλογή.

Η «αριστερή παρένθεση» ήταν η εμμονή του Αντώνη Σαμαρά, την οποία πλήρωσε πολύ ακριβά. Ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης, αντίθετα, εκπόνησε μια τακτική συναινετική – στην οποία όμως η σκέψη πως δεν μπορούμε να διακινδυνεύσουμε «σκληρό πολιτικό ροκ» σε συνθήκες κρίσης της χώρας, ήταν βασική πηγή έμπνευσης. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης εκλέχτηκε στην ηγεσία της ΝΔ με συνθήματα και εσωκομματικές συμμαχίες που παρέπεμπαν μάλλον στο «σκληρό ροκ». Τώρα, η συγκυρία οδηγεί σε αποτυχία την τακτική του «σκληρού ροκ». Ωστόσο, βραχυμεσοπρόθεσμα, το «σκληρό ροκ» μπορεί να επανέλθει από μια γοργή πολιτική φθορά της κυβέρνησης και ταυτόχρονη επάνοδο της ελληνικής κρίσης. Αυτή η αντίφαση, ενδεχομένως υποχρεώνει σε μια συγκυριακή προσαρμογή της τακτικής σε πιο συναινετικό, κεντρώο και φιλελεύθερο έδαφος, αλλά το ζήτημα της στρατηγικής δεν θα κλείσει τόσο εύκολα και «πρόωρα». Όμως, δεν μπορεί να μένει και εκκρεμές. Το επόμενο φθινόπωρο, το αργότερο, κάθε πολιτική δύναμη -πολλώ δε μάλλον η αξιωματική αντιπολίτευση- θα πρέπει να πάρει την ευθύνη και το ρίσκο για μια εκτίμηση στο θεμελιώδες δίλημμα: βαίνουμε σε μια συγκυρία εξόδου από τις συνθήκες της «διπλής» κρίσης ή σε ένα σύντομο μεταβατικό διάστημα πριν μια νέα επανεμφάνισή της;

Το πολιτικό τοπίο επιστρέφει σταδιακά στα χρόνια προ του 2010 ή υπάρχει ακόμη ισχυρή «κρισιακή ενέργεια» που δεν έχει εκτονωθεί και θα αναπαράγει διαρκώς την πολιτική αστάθεια; Μια εύκολη αντιμετώπιση, με βάση το «βλέποντας και κάνοντας», θα μπορούσε να οδηγεί σε διαρκείς εναλλαγές μικρού βεληνεκούς τακτικών προσαρμογών ανάλογα με τις μικροσυγκυρίες σε συνδυασμό με την κατά περίπτωση διαχείριση εσωκομματικών προβλημάτων. Το «βασίλειο» του τακτικισμού, ωστόσο, είναι ορφανό από «ηγεμόνες». Ή, όπως λένε οι άνθρωποι της πιάτσας, «μόνο η πρόβλεψη πληρώνει καλά, όχι τα «σιγουράκια»»…

Εξάλλου, όλες οι τακτικές έχουν ήδη ένα στρατηγικό αποτύπωμα. Έτσι, η προσέγγιση με τη Δράση ή η υπερψήφιση του υπολειπόμενου «πακέτου» μέτρων στη Βουλή παραπέμπουν ήδη σε μια συγκεκριμένη απόφαση στρατηγικής.

Παλαιότερα άρθρα: