Το μεγάλο παιχνίδι Ευρώπης με ΔΝΤ για το χρέος της Ελλάδας – Και στο βάθος Ιταλία, Αργεντινή, Τουρκία

gr-imf-Europe
Διαβάστε επίσης

 Γράφει ο Ceteris Paribus 

Παρακολουθώντας τα διάφορα «επεισόδια» του σίριαλ της «καθαρής εξόδου», ενόψει των συνεδριάσεων του Eurogroup όπου θα ληφθούν οι τελικές αποφάσεις, είναι εύλογο να αναρωτηθεί κανείς: παίζεται πραγματικά κάτι σημαντικό ή όλα είναι προαποφασισμένα;

Μήπως η ύπαρξη τεχνικής συμφωνίας (SLA), που επικυρώθηκε από το Eurogroup της 24ης Μαΐου, σημαίνει ότι όλα έχουν συμφωνηθεί; Και στην περίπτωση που εκκρεμεί κάτι, τι είναι αυτό;

Η γενική απάντηση είναι: Όσον αφορά το περιεχόμενο του προγράμματος εξόδου και το πλαίσιο της μεταμνημονιακής εποπτείας, έχουν όλα κριθεί. Εκκρεμεί όμως κάτι σημαντικό: ο ρόλος του ΔΝΤ ύστερα από τη λήξη του προγράμματος τον Αύγουστο και, επομένως, η έκταση και το περιεχόμενο των ρυθμίσεων για το χρέος. Σχετικά με αυτό, υπάρχει ένα πολύ ενδιαφέρον «στόρι» – το μόνο, πλέον, άξιο λόγου να συζητηθεί σχετικά με τη λεγόμενη «καθαρή έξοδο».

Ιταλία, Γερμανία, Γαλλία και «καθαρή έξοδος»

Πριν όμως προχωρήσουμε σε αυτό το πράγματι ενδιαφέρον στόρι, ας ξεκαθαρίσουμε, κωδικοποιώντας το εν συντομία, το τι έχει ήδη κριθεί.

Το πρώτο που έχει κριθεί οριστικά είναι ότι το πρότζεκτ της «καθαρής εξόδου» δεν αμφισβητήθηκε ούτε στιγμή, ούτε από τους Ευρωπαίους εμπνευστές του ούτε από -πολύ περισσότερο- από την ελληνική κυβέρνηση. Στην πραγματικότητα είχε συνομολογηθεί σε αδρές γραμμές από πέρυσι τον Ιούνιο, όταν έκλεισε η δεύτερη αξιολόγηση. Και οι δύο πλευρές, Ευρωπαίοι και ελληνική κυβέρνηση, στήριξαν και στηρίζουν τους όποιους σχεδιασμούς τους στο δεδομένο ότι το πρότζεκτ «καθαρή έξοδος» είναι μη αναστρέψιμο.

Όπως είχαμε προβλέψει και επιχειρηματολογήσει, δεν υπήρχε ούτε η ελαχιστότατη πιθανότητα ο Αλέξης Τσίπρας να επιχειρήσει κάποιου είδους «σύγκρουση» με τους δανειστές με τη μορφή κάποιου σαν ρεβάνς για το 2015 – όπως ήθελαν σενάρια που κατά καιρούς αναζωπυρώνονταν. Εξηγήσαμε και τους λόγους που τέτοια σενάρια ήταν και ευφάνταστα και παντελώς μη ρεαλιστικά.

Αν χρειάζεται να προσθέσουμε κάτι, αφορά στη στάση των Ευρωπαίων δανειστών. Όπως έχουμε ξαναγράψει, η απόφασή τους για «καθαρή έξοδο» της Ελλάδας δεν στηρίζεται σε κάποιου είδους οικονομικό ορθολογισμό αλλά σε πολιτικές ανάγκες και σκοπιμότητες. Η οικονομική συγκυρία της ανάκαμψης της Ευρωζώνης, η πολιτική συγκυρία της ανόδου των δεξιών – ακροδεξιών αντισυστημικών δυνάμεων στην Ευρώπη και η αδυναμία πολλών Κοινοβουλίων (με πρώτο και καλύτερο το γερμανικό) να ξανασυζητήσουν ζήτημα νέας οικονομικής στήριξης στην Ελλάδα επέβαλλαν την επιλογή της «καθαρής εξόδου».

Εσχάτως, οι πολιτικές εξελίξεις στην Ιταλία, έκαναν ακόμη πιο απαραίτητη αυτή την επιλογή: οι Ευρωπαίοι δανειστές έχουν πλέον την ανάγκη ενός ελληνικού success story στην τελική ευθεία προς τις ευρωεκλογές του 2019, όπου η φιλελεύθερη δεξιά και το κέντρο, σαν να λέμε οι πολιτικές δυνάμεις της «παγκοσμιοποίησης», θα δοκιμαστούν από την άνοδο του δεξιού και ακροδεξιού ευρωσκεπτικισμού. Η Ελλάδα έχει βασικά χαρακτηριστικά θετικού αντιπαραδείγματος: (υποτίθεται ότι) βγαίνει από την κρίση επειδή έκανε τις απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις και επειδή ο αριστερός αντισυστημισμός του ΣΥΡΙΖΑ μετατράπηκε στο αντίθετό του μέσα από τη «σύγκρουση με την πραγματικότητα».

Ας αναλογιστούμε για μια στιγμή πόσο χρήσιμη είναι μια τέτοια αφήγηση όταν η Ευρώπη έχει να διαχειριστεί το ζήτημα της ανόδου στην κυβερνητική εξουσία των αντισυστημικών δυνάμεων της Λέγκας του Βορρά και του κινήματος των 5 Αστέρων – πριν φτάσουμε στην «προστιθέμενη αξία» ενός τέτοιου αφηγήματος στις επόμενες ευρωεκλογές. Όσο για τον Αλέξη Τσίπρα, είναι φανερό γιατί τα πολιτικά του ιμάτια περιφέρονται σε όλη την Ευρώπη σαν το πιο εύγλωττο παράδειγμα του τι παθαίνει κανείς αν τολμήσει να τα βάλει με την πανίσχυρη πραγματικότητα της παγκοσμιοποίησης.

Εδώ επαληθεύεται ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε που, στα τέλη του 2014 και ενόψει της κυβερνητικής ανόδου του ΣΥΡΙΖΑ, φέρεται πως είχε δηλώσει σε συνομιλητές του ότι «θα τους γδάρω και θα περιφέρω το τομάρι τους σε όλη την Ευρώπη προς παραδειγματισμό»… Τότε, ίσως ούτε ο ίδιος μπορούσε να φανταστεί ότι ύστερα από το… γδάρσιμο και με μία επιπλέον… επεξεργασία, το «τομάρι» θα περιφερόταν σε όλη την Ευρώπη σαν… γούνα πολυτελείας.

Το «ευκολάκι» της υπόθεσης: μέτρα και μεταμνημονιακή εποπτεία

Έχει επίσης κριθεί οριστικά και το ζήτημα των δημοσιονομικών παραδοχών, των μέτρων και του πλαισίου της μεταμνημονιακής εποπτείας. Για την ακρίβεια, αυτό κρίθηκε πέρυσι τον Ιούνιο. Τότε συμφωνήθηκαν τα πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% μέχρι και το 2022, τότε συμφωνήθηκαν τα βασικά δημοσιονομικά μέτρα που θα τα καθιστούσαν ρεαλιστικά: η νέα μείωση των συντάξεων από το 2019 και η μείωση του αφορολόγητου στα 5.800 ευρώ από το 2020. Τι εκκρεμούσε; Η τελική μορφή που θα πάρουν οι απαιτήσεις των δανειστών για την «αποπολιτικοποίηση» του Δημοσίου και οι ιδιωτικοποιήσεις – δύο ζητήματα-συγκοινωνούντα δοχεία. Αυτά «τακτοποιήθηκαν» με την τεχνική συμφωνία. Απομένει να δούμε επ’ αυτών και τις τελικές «λεπτομέρειες» στην «τελική αξιολόγηση» – όρος που εισήχθη με την πρόσφατη έκθεση της Κομισιόν και παραπέμπει σε «τελικές λεπτομέρειες» που δεν έχουν ακόμη δει το φως της δημοσιότητας…

Κρίθηκε επίσης τι θα υλοποιηθεί από τα περιβόητα «αντίμετρα»: το μόνο βέβαιο είναι το νέο μέρισμα στα τέλη του 2018, με τη μορφή αυτή τη φορά του επιδόματος στέγασης -με πιο πολλά χρήματα σε περισσότερους δικαιούχους- και της μείωσης του εταιρικού φόρου από το 29% στο 26%. Είναι το πολιτικό «αντίδωρο» που δόθηκε στην κυβέρνηση για να βάλει την υπογραφή της στο πρότζεκτ της «καθαρής εξόδου».

Τέλος, ξεκαθαρίστηκε ότι «λεφτά (θα) υπάρχουν» μέχρι το 2021: το «μαξιλάρι» ρευστότητας χτίστηκε και θα ολοκληρωθεί με τις τελικές αποφάσεις για το χρέος ώστε, μαζί με τα πρωτογενή πλεονάσματα, να επαρκή για τα τοκοχρεολύσια μέχρι και τα τέλη περίπου του 2020.

Με τέτοιους όρους, οι δανειστές «κλότσησαν το τενεκεδάκι» μέχρι και τα τέλη περίπου του 2020. Ύστερα, βλέπουμε…

Όσο για τη μεταμνημονιακή εποπτεία, αυτή τυπικά θα συνεχιστεί ενσωματωμένη πλέον στις προβλέψεις των ευρωπαϊκών συνθηκών, από την Κομισιόν. Στην ουσία η ουσιαστική εποπτεύουσα αρχή θα είναι οι… αγορές – πιο σκληρές απ’ όλους τους πιθανούς επόπτες μαζί. Αυτή η εποπτεία θα αρχίσει από την επόμενη μέρα, παρόλο που «λεφτά (θα) υπάρχουν» μέχρι και τα τέλη του 2020: οι εκθέσεις των οίκων αξιολόγησης και τα επιτόκια των ελληνικών ομολόγων θα είναι το διαρκές καρδιογράφημα του «Έλληνος ασθενούς» που θα καθορίζει την πορεία του χρηματιστηρίου, το επιτόκιο δανεισμού των ελληνικών επιχειρήσεων, τις διαθέσεις των ξένων επενδυτών αλλά και τη γενικότερη «ευστάθεια» της ελληνικής οικονομίας…

Ποιος όμως θα είναι ο τελικός εγγυητής έναντι των αγορών για την περίπτωση που κάτι θα πάει στραβά; Οι αγορές θέλουν μια καθαρή απάντηση σε αυτό – αλλιώς θα γίνουν «νευρικές» από την επόμενη κιόλας μέρα. Σε αυτό ακριβώς το σημείο είναι που εντοπίζονται οι διεργασίες για τον τύπο της συμμετοχής του ΔΝΤ και τις ρυθμίσεις για το χρέος.

Το ΔΝΤ τελικός εγγυητής και «δανειστής τελευταίας καταφυγής»;

«Όλα τα ’χε ξηγημένα μες στον κήπο του ο Θεός, όμως ο Αδάμ κι η Εύα το ’δανε και λίγο αλλιώς», λέει ένα τραγουδάκι της δεκαετίας του ’80 σε στίχους του μακαρίτη Μανόλη Ρασούλη. Έτσι και με τους Ευρωπαίους δανειστές: αφού πρώτα κατέληξαν με πολιτικά κριτήρια στην ανάγκη της «καθαρής εξόδου», αφού τα «ξηγήθηκαν» όλα με ευκολία με την ελληνική κυβέρνηση, τώρα βρίσκονται αντιμέτωποι με τον… όφι των αγορών.

Όπως προείπαμε, το ζήτημα είναι: ποιος θα προβάλει απέναντι στις αγορές σαν τελικός εγγυητής για την περίπτωση που κάτι πάει στραβά ύστερα από την «καθαρή έξοδο»; Εδώ τίθενται σκληρά ερωτήματα: το ΔΝΤ ή ο ESM, ή μήπως και οι δύο; Στο σημείο αυτό και έτσι όπως τα κατάφεραν, οι Ευρωπαίοι βρίσκονται μπροστά σε προβλήματα που ισοδυναμούν με «τετραγωνισμό του κύκλου».

Τι θα λέει η έκθεση βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους που θα συντάξει ο ESM; Θα λέει ότι είναι βιώσιμο, άρα δεν χρειάζονται μέτρα; Αν πει κάτι τέτοιο, καταρρέει μέσα στη χλεύη η φερεγγυότητά του σαν εγγυητή απέναντι στις αγορές – φερεγγυότητα που σε κάθε περίπτωση δεν συγκρίνεται με την αντίστοιχη του ΔΝΤ. Το πιθανότερο είναι πως θα πει ότι είναι βιώσιμο υπό την προϋπόθεση κάποιων ρυθμίσεων που μπορεί να ανεχθεί η γερμανική πλευρά. Αυτές όμως δεν καλύπτουν το ΔΝΤ. Του οποίου η έκθεση βιωσιμότητας θα απαιτεί πιο δραστικά μέτρα, αλλά θα στρογγυλεύει κάποιες «γωνίες»: δεν θα λέει ότι το χρέος είναι «εξαιρετικά μη βιώσιμο» και, αντίθετα, θα ισχυρίζεται ότι είναι βιώσιμο μέχρι και το 2030 αλλά όχι πέραν αυτού. Οι δύο εκθέσεις βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους θα μπορούσαν να ισορροπήσουν μέσα στη διαφορετικότητά τους, δεν μπορούν όμως να ταυτιστούν. Από τη στιγμή που θα διαφέρουν, το ερώτημα θα ξανατεθεί: αν κάτι πάει στραβά με την Ελλάδα της «καθαρής εξόδου», ποιον θα «κοιτάξουν» και θα εμπιστευτούν οι αγορές σαν ύστατο εγγυητή;

Η ανατριχιαστική λεπτομέρεια εδώ είναι πως όταν οι αγορές λένε ύστατος εγγυητής, εννοούν ύστατος δανειστής! Ποιος θα «αναλάβει» την Ελλάδα σε μια νέα έξωσή της από τις αγορές; Για τους ίδιους πολιτικούς λόγους που θέλουν την «καθαρή έξοδο», αλλά και για τον επιπλέον λόγο ότι κάτι τέτοιο θα άνοιγε ζήτημα εγγυήσεων για το χρέος όλων των ευρωπαϊκών χωρών, οι Ευρωπαίοι δανειστές δεν μπορούν να προβάλουν σαν υποψήφιοι γι’ αυτό το ρόλο! Πρέπει λοιπόν αυτό το ρόλο να αναλάβει το ΔΝΤ! Πώς όμως θα γίνει ή έστω θα υπονοηθεί κάτι τέτοιο όταν η εφεξής εποπτεύουσα αρχή, στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών συνθηκών, θα είναι η Κομισιόν;

Ιδού το μέγα ζήτημα που παίζεται με το ζήτημα των ρυθμίσεων του χρέους και του ρόλου του ΔΝΤ στη «μεταμνημονιακή» Ελλάδα. Ιδού γιατί όλοι ομοθυμαδόν οι Ευρωπαίοι παράγοντες διαδήλωσαν σχεδόν παρακλητικά τη θέλησή τους να παραμείνει το ΔΝΤ – χωρίς να λένε σε τι ρόλο, για ποιο λόγο και πώς, από τη στιγμή που η Ελλάδα θα υπαχθεί επιτηρούμενη στο ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο. Ιδού γιατί έδωσαν άπλετο χρόνο στις συζητήσεις με το ΔΝΤ (πιθανότατα μέχρι και τον βαθύ Ιούλιο…), ώστε να βρεθεί άκρη στον… τετραγωνισμό του κύκλου.

Όταν η Αργεντινή έχει προβλήματα χρηματοδότησης του χρέους της, όλοι «κοιτάνε» το ΔΝΤ. Αν βρεθεί με άμεσα τέτοια προβλήματα και η Τουρκία, όλοι θα «κοιτάξουν» επίσης το ΔΝΤ. Οι αγορές θέλουν να ξέρουν ποιον θα «κοιτάξουν» αν η Ελλάδα βρεθεί στο μέλλον σε τέτοια θέση. Οι Ευρωπαίοι δανειστές θα ήθελαν να αποδώσουν αυτό το ρόλο στο ΔΝΤ – νέες περιπέτειες με τρόικες και κουαρτέτα θα πλήγωναν το ευρωπαϊκό success story ξανανοίγοντας τις παλιές πληγές. Αλλά υπάρχουν δύο προβλήματα: Κάτι τέτοιο είναι δύσκολο να ειπωθεί και επιπλέον το ΔΝΤ θέτει τις δικές του προϋποθέσεις. Ωστόσο, και το ΔΝΤ δεν είναι «άνετο»: έχοντας βρει νέους «πελάτες» (την Αργεντινή και αύριο ίσως την Τουρκία), τώρα ειδικά, δεν θέλει μια ρήξη με τους Ευρωπαίους δανειστές που θα το έβγαζε εκτός των ευρωπαϊκών ζητημάτων. Κατά κάποιο τρόπο είναι υποχρεωμένοι να τα βρουν. Το ενδεχόμενο για μια εμβαλωματική και παράδοξη λύση ήδη προβάλλει στον ορίζοντα: οι Ευρωπαίοι τη διαχείριση – το ΔΝΤ τις «εγγυήσεις». Με ένα διπλό και ως ένα σημείο «παράλληλο» σύστημα εποπτείας.

Το σίγουρο είναι πως σε όλα αυτά τα κρίσιμα, ο ρόλος της ελληνικής κυβέρνησης είναι επί της ουσίας μηδαμινός. Θα αρκεστεί στο να είναι η γούνα της… ευπώλητη στις ελληνικές εκλογές. Τα ουσιώδη θα τα κανονίσουν οι… καθ’ ύλην αρμόδιοι. Πόσο πιο… καθαρή να γίνει η έξοδος;

Παλαιότερα άρθρα: