Τον θέλουμε τον Τσίπρα ή δεν τον θέλουμε, «μέσα»;

editorial-7-9
Διαβάστε επίσης

Γράφει ο Σπύρος Ριζόπουλος

Η χθεσινή εικόνα του Τσίπρα στο Βελλίδειο απείχε έτη φωτός από την εικόνα ενός ηγέτη αποφασισμένου και έτοιμου να κυβερνήσει τη χώρα για τα επόμενα οχτώ χρόνια, όπως ο ίδιος προέβλεψε – προφανώς μεταξύ σοβαρού και αστείου – σε δηλώσεις που έκανε λίγο πριν την ομιλία του στους παραγωγικούς φορείς της πόλης. Ο Τσίπρας πήγε με «μισή καρδιά» στη ΔΕΘ κι αυτό γιατί σηματοδοτούσε ένα χρόνο μετά, την «επιστροφή στον τόπο των … υποσχέσεων».

Μοιραία λοιπόν ήταν απολογητικός και προσγειωμένος. Κι αυτό δεν είναι κακό. Ίσα – ίσα, δείχνει πως το διάστημα αυτού του ενός χρόνου αποδείχθηκε ικανό για να του μάθει μια μεγάλη αλήθεια: Αν θέλουμε θα αλλάξουμε την πραγματικότητα, πρέπει να ξεκινάμε από τον εαυτό μας. Οι εύκολες υποσχέσεις δεν είναι πλέον η προγραμματική πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ και είναι στα θετικά της χθεσινής του εμφάνισης το γεγονός πως μίλησε για τρία δύσκολα χρόνια, έστω κι αν προσπάθησε να εξωραΐσει κάπως τις μεγάλες προκλήσεις που υπάρχουν και αυτή τη στιγμή αλλά και στον ορατό ορίζοντα των επόμενων τριών χρόνων.

Άλλα όπως σημείωσα και παραπάνω ο Τσίπρας πήγε με «μισή καρδιά». Το άλλο μισό που δεν ακούσαμε είναι να απαντά έμπρακτα στην κριτική περί αδυναμίας κυβερνησιμότητας του ΣΥΡΙΖΑ σε συνθήκες κρίσης, που συνιστά και την αχίλλειο πτέρνα του σε αυτές τις εκλογές. Δεν ξέρω αν είναι πολιτική επιλογή ή αν οφείλεται στο ό,τι δεν έχει βρει ακόμη τον κατάλληλο λογογράφο, αφού ο προηγούμενος διαφώνησε πολιτικά κι έφυγε… Η ομιλία για να απαντά πειστικά στο τι μπορούμε να περιμένουμε από μια κυβέρνηση με κορμό το ΣΥΡΙΖΑ θα έπρεπε να περιλαμβάνει τη δέσμευση για την επίτευξη κάποιων στόχων. Για παράδειγμα αν το πλεόνασμα για το 2016 προβλέπεται στο 0,5 να υπήρχε η δέσμευση για άλλη μισή μονάδα παραπάνω με μέτρα εθνικού χαρακτήρα, δηλαδή μη συμπεριλαμβανομένων στο τρίτο μνημόνιο, ώστε αυτό το «παραπάνω» να πάει για την ανακούφιση όσο το δυνατόν περισσότερων κοινωνικών ομάδων. Αυτό καταλαβαίνει η κοινωνία ως σχέδιο διακυβέρνησης.

Είναι σαφές λοιπόν πως δεν υπάρχει η παραμικρή πιθανότητα αυτοδυναμίας, όχι μόνο γιατί το λένε οι δημοσκοπήσεις αλλά και γιατί ο Τσίπρας, είτε δεν θέλει, είτε δεν μπορεί να δώσει μια χαραμάδα προοπτικής για την ανασύνταξη και την ανάπτυξη της χώρας. Γι αυτό και η πρόταση συνεργασίας που διατυπώνει ευθέως και καθαρά πλέον ο Βαγγέλης Μειμαράκης προς τον Τσίπρα για να συγκυβερνήσουν, έρχεται στην κατάλληλη χρονική στιγμή. Το «άλλο μισό» που λείπει στον Τσίπρα μπορεί να το πάρει μόνο από τη ΝΔ. Διότι μόνο μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία που θα ξεπερνά τους 220 βουλευτές μπορεί να παραμείνει πλειοψηφία για τρία χρόνια μεγάλων προκλήσεων και δύσκολων αποφάσεων.

Πιστεύω πως αυτό ακριβώς είναι που βλέπει και η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών στις δημοσκοπήσεις και πριμοδοτεί το σενάριο του «μεγάλου συνασπισμού» ως την πιο αξιόπιστη κυβερνητική λύση αυτή τη στιγμή για την Ελλάδα. Αυτή τη φορά, πραγματικά ο λαός είναι σοφός.

Τώρα, το ποιος θα είναι πρώτος ή δεύτερος θα κριθεί από το ποιος θα καταφέρει να δείξει με περισσότερη σαφήνεια και καθαρότητα τι είναι αυτό που σκέφτεται να κάνει και πως αυτό θα επηρεάσει την καθημερινότητα του καθενός ψηφοφόρου.

Με βάση τα παραπάνω, στο ερώτημα «Τον θέλουμε τον Τσίπρα ή δεν τον θέλουμε μέσα;» η απάντηση είναι πως ασφαλώς και τον θέλουμε αλλά η χώρα πρέπει να έχει και κυβέρνηση. Και πιστεύω πως με αυτόν ακριβώς τον γνώμονα θα πάρουν τις αποφάσεις τους οι αναποφάσιστοι κρίνοντας και την τελική έκβαση της αναμέτρησης.

ΥΓ: Οι φόβοι περί ανάδειξης της Χρυσής Αυγής σε αξιωματική αντιπολίτευση σε περίπτωση κυβέρνησης «μεγάλου συνασπισμού» είναι υπερβολικοί. Η εμπειρία έδειξε πόσο λάθος υπήρξε η στρατηγική Σαμαρά που κατέληξε στην … ηρωοποίησή τους. Όση περισσότερη σημασία της δίνουν, ακριβώς τόση σημασία αποκτά. Ο λαός έχει μάθει καλά πλέον τι είναι οι «αξιωματικές αντιπολιτεύσεις». Κυβέρνηση ψάχνει…

Παλαιότερα άρθρα: