Πεντάζος: Ασύδοτη και ανεξέλεγκτη διασπάθιση δημοσίου χρήματος ~ Ήρθε η ώρα να κόψουμε το γόρδιο δεσμό

pentazo
Διαβάστε επίσης

Γράφει ο Ηλίας Πεντάζος*

Πρόσφατα (29/10), η ΚτΚ δημοσίευσε ένα αποκαλυπτικό ρεπορτάζ για τα «έργα και τις ημέρες» που συμβαίνουν γύρω από τις προμήθειες, εξοπλισμούς και εκτέλεση των έργων οδοφωτισμού στους δήμους της χώρας. Μεταξύ άλλων, γίνεται αναφορά σε αμφιλεγόμενες συμβάσεις εκατομμυρίων ευρώ, φωτογραφικούς διαγωνισμούς, «πειραγμένα τεύχη» δημοπράτησης με ασαφείς προαιρέσεις, «περίεργες» συνεργασίες επιβλέποντος επόπτη και αναδόχων και διαιτησίες που κανονίζονται μεταξύ των εμπλεκομένων στο έργο και όχι από κάποιον ανεξάρτητο εξειδικευμένο φορέα.

Οι αποκαλύψεις αυτές, αν και «κοινό μυστικό» στην αγορά, μας ωθούν να επαναφέρουμε στη δημόσια συζήτηση τον ζωτικό ρόλο και την αναγκαιότητα ενός «θεσμού» που κυριαρχεί στην Ευρ. Ένωση και σε όλες τις ανεπτυγμένες κοινωνίες με σκοπό την προστασία του δημοσίου χρήματος και του οποίου η σημασία και συνεισφορά καταστρατηγείται και απαξιώνεται συστηματικά στη χώρα μας. Μιλάμε για τον ρόλο του «ανεξάρτητου μηχανικού» (Α.Μ.) ή «ανεξάρτητου ελεγκτή» (Α.Ε.), ενός θεσμού που δημιουργήθηκε για να εγγυάται όχι μόνο την καλή εκτέλεση ενός έργου, αλλά και να διασφαλίζει ότι τα λεφτά των φορολογουμένων ξοδεύονται από το κράτος, τις περιφέρειες, τους δήμους και τους οργανισμούς κατά τρόπο ορθολογικό και σύμφωνο με τους κανόνες της χρηστής δημοσιολογιστικής εφαρμογής.

Ο Α.Μ./Α.Ε. λειτουργεί ως ο τεχνικός εκπρόσωπος (φυσικό ή νομικό πρόσωπο) του εργοδότη, δανειστή ή χρηματοδότη ενός μεγάλου έργου. Η θέση του είναι να παρέχει ανεξάρτητη τεχνική και οικονομική αξιολόγηση/εποπτεία επί ενός έργου. Οι προϋποθέσεις για να εκτελέσει αποτελεσματικά την αποστολή του δεν περιορίζονται απλώς στην κατανόηση των τεχνικών θεμάτων ενός έργου, αλλά πρέπει να περιλαμβάνουν και μια παγιωμένη εμπειρία κατανόησης των λειτουργικών, επιχειρηματικών και χρηματοδοτικών λεπτομερειών του έργου. Οι απόψεις του σχετικά με τις τεχνικοοικονομικές πτυχές του έργου δεν μπορούν επ’ ουδενί να είναι προκατειλημμένες υπέρ των κατασκευαστών, δανειστών ή ιδιωτών-επενδυτών, αλλά απολύτως ανεξάρτητες και ανεπηρέαστες. Για να διατηρείται η ανεξαρτησία αυτή, ο Α.Μ./Α.Ε. πρέπει να επιλέγεται πάντα από τον κάτοχο-δανειστή-χρηματοδότη του έργου.

Αρκετοί, όχι πάντα αθώα, ισχυρίζονται ότι η δουλειά του Α.Μ./Α.Ε. καλύπτεται από τον μηχανικό του έργου, όμως, αν και ο ρόλος προσομοιάζει σε αυτόν, στη πράξη έχουν πολύ διαφορετικό αντικείμενο. Ο μηχανικός έργου ασχολείται κυρίως με τον κατασκευαστή και τους προμηθευτές εξοπλισμού με έμφαση στην εξασφάλιση των τεχνικών προδιαγραφών του έργου. Ο Α.Μ./Α.Ε. είναι εντεταλμένος να επικοινωνεί με τους δανειστές και τους οικονομικούς/νομικούς συμβούλους και να αξιολογεί συνεχώς την οικονομική υγεία και την τεχνική εξέλιξη του έργου, μέσα από λεπτομερή ανάλυση των τεχνικών πτυχών των συμβάσεων αλλά και του χρηματοοικονομικού μοντέλου που χρησιμοποιεί ο δανειστής ή ιδιοκτήτης του έργου για τη χρηματοδότησή του.

Οι εταιρείες που «εμπορεύονται» ή «προσποιούνται» τον ρόλο του Α.Μ./Α.Ε. (και επιβιώνουν λόγω των κατάλληλων διασυνδέσεων) και κερδίζουν (σε εισαγωγικά..) «διαγωνιστικές διαδικασίες», συχνά είναι ασύμβατες με τις απαιτήσεις του νόμου και δεν διαθέτουν τα ειδικά και υψηλού επιπέδου προσόντα που απαιτούνται για την εκπλήρωση αυτού του έργου. Καλύπτονται συνήθως κάτω από ψευδεπίγραφες συνεργασίες με ξένους οίκους, οι οποίοι καταθέτουν όνομα, αίγλη και εμπειρία έναντι σεβαστής αποζημίωσης, αλλά δεν συμμετέχουν ενεργά στο έργο, αφήνοντας ελεύθερο τον χώρο στους εγχώριους συνεργάτες να λειτουργούν σύμφωνα με τις επικρατούσες τοπικές πρακτικές.

Στην πράξη, ειδικά στην Ελλάδα με τις ανεπαρκείς διαδικασίες επιλογής, ο Α.Μ./Α.Ε. εκφυλίζεται να καταλήξει «υπάλληλος» του εργολάβου-κατασκευαστή (που εκ του νόμου υποχρεούται να τον πληρώνει), με πολύ περιορισμένη εμβέλεια παρέμβασης και χωρίς δυνατότητα αυτόβουλης, ανεπηρέαστης απόφασης.

Για να είμαστε όμως εποικοδομητικοί και να μην εξαντλούμε την κριτική μας μόνο στην περιγραφή των κακώς κειμένων, θα προτείναμε με θέρμη στον αρμόδιο υπουργό Ανάπτυξης κ. Γεωργιάδη να εξετάσει υπάρχοντα ελεγκτικά μοντέλα «άριστων πρακτικών» (π.χ. ΕΣΠΕΛ), ώστε η πολιτεία να εξασφαλίσει την ικανοποίηση και αποδοχή της κοινωνίας ότι τα λεφτά των φορολογουμένων «πιάνουν τόπο» και δεν πλουτίζουν απλώς κάποιοι.

ΥΓ.: Ο ΕΣΠΕΛ (εξειδικευμένος σύμβουλος ποιοτικού ελέγχου) είναι από το 1999 το όργανο ελέγχου και επιθεώρησης των έργων υποδομής που συγχρηματοδοτούνται από την Ευρ. Ενωση και την Ελλάδα.

* Ο κ. Ηλίας Πεντάζος είναι οικονομολόγος, τ. γ.γ. Δημοσιονομικής Πολιτικής του υπουργείου Οικονομικών.

 Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Καθημερινή της Κυριακής

Παλαιότερα άρθρα:

Σχολιάστε